Το βιβλιοπωλείο με τις μαύρες γάτες

17 2 Πρώτο απ’ όλους συνήλθε το παιδί. Χρειάστηκαν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να καταλάβει πού βρισκόταν: στο πάτωμα του σαλονιού, με τους καρπούς και τους αστραγάλους του δεμένους. Ένιωθε λες κι ένα σύννεφο ομίχλης τού θόλωνε το βλέμμα, ενώ στο στόμα του αισθανόταν μια περίεργη γεύση, χημική, πιο έντονη κι από την αίσθηση του πανιού που το εμπόδιζε να μιλήσει. Τα αυτιά του τα αισθανόταν σαν βουλωμένα με βαμβάκι και οι ήχοι έφταναν μακρινοί, λες και βρισκόταν κάτω από το νερό. Η παλίρροια των αναμνήσεων επέστρεψε: θυμήθηκε την εικόνα της πόρτας του δωματίου του που άνοιγε· εκείνος χαμογελούσε, κρατώντας ένα από τα δώρα που μόλις είχε λάβει, έτοιμος να το δείξει ενθουσιασμένος στους γονείς του, όμως το χαμόγελό του πάγωσε στη θέα του ξένου που αστραπιαία τον ψέκασε με κάτι στο πρόσωπο, κάνοντάς τον να χάσει τις αισθήσεις του. Ο Λορέντζο Βίντσις τινάχτηκε ολόκληρος μόλις η θολούρα διαλύθηκε, και αντίκρισε καθισμένο μπροστά του εκείνον τον άγνωστο, με το πρόσωπο κρυμμένο κάτω από

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=