Μια ιστορία μόνο: Το σπίτι στα βράχια

34 KAΛΗ ΔΟΞΙΑΔΗ τον πατέρα μου, όταν είναι εδώ, αλλά νομίζω ότι φέτος δεν θα έρθει». Ήταν η πρώτη φορά που έβρισκε έκφραση αυτός ο φόβος. «Ανθούλα, δεν πρέπει να ξανάρθεις εδώ. Όχι όσο είμαι εγώ». «Μα…» «Σε παρακαλώ. Σε λίγες μέρες θα έχω φύγει. Μπορώ να σου αφήσω κάποιο σήμα πάνω στο μονοπάτι». Δεν απάντησα. Τι να πω; Με κοιτούσε επίμονα περιμέ­ νοντας απάντηση. Δεν με είχε διατάξει να μην πλησιάσω, μου το είχε ζητήσει ως χάρη, σαν να ήμουν πρόσωπο γνώ­ ριμο κι εμπιστοσύνης. Χρησιμοποίησε και το παιδικό μου όνομα. Κι όμως άρχισα να θυμώνω, και άλλαξα την κουβέ­ ντα. «Γιατί είσαστε τόσο χλωμός; Μήπως είσαστε δραπέτης;» Ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στον νου, και αμέσως έφριξα με αυτό που είπα. «Με συγχωρείτε, είπα βλακεία! Να, διαβάζω τον ΚόμηΜοντεχρίστο , και είμαι επηρεασμένη…» «Ήταν λογικό συμπέρασμα. Τι ωραίο βιβλίο! Το λάτρευα όταν ήμουν μικρός». «Είσαστε πα… ιερωμένος». Ξαφνιάστηκε και παραλίγο να βάλει τα γέλια. «Όχι, δεν είμαι!» «Μα τα γένια; Ο τρόπος που μιλάτε… κάπως παλιοκαι­ ρίστικα».

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=