Το σεντούκι με τα αμύθητα σεντέφια

ΤΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ ΜΕ ΤΑ ΑΜΥΘΗΤΑ ΣΕΝΤΕΦΙΑ | 19 είχε αλλάξει ο παππούς τις ιστορίες του μ’ έναν τρόπο περίεργο τον τελευταίο καιρό. Φίλησα την Κατίγκω μας (που είχε ύφος κάπως ξινισμέ­ νο επειδή δεν είχα φάγει το καϊμάκι με το ανθόνερο), άρπαξα την πάνινη σακούλα με τα κουρκουμπίνια και με το νταρί, βγήκα στην τραπεζαρία κι έπειτα στο χολ. – Να προσέχεις, στο καλό… μουρμούρισε η μητέρα και με σταύρωσε τρεις φορές στον αέρα, μα ήταν σαν να μη σταύρωνε εμένα, ήταν σαν να σταύρωνε πραγματικά τον αέρα · δε με κοιτούσε στα μάτια, κοιτούσε μέσα απ’ την ανοιχτή πόρτα έξω τον δρόμο, την προκυμαία, τη θάλασσα. Θαρρείς και είχε μπει ο νους της στο βαποράκι και ταξίδευε…

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=