Το μπλε του μεσονυχτίου

IAN RANKIN 34 μετά του γύρισε την πλάτη στρέφοντας το πρόσωπό του ψηλά στο παράθυρο. Ήταν όσο ανοιχτό γινόταν –λίγα εκατοστά– αλλά ο αέρας ήταν αέρας. Ο Κρίστι φάνηκε να τον απολαμβάνει δένοντας ξανά τα χέρια πίσω από την πλάτη του. Η συνάντηση έλαβε τέλος. Μόλις επέστρεψε στο κελί του, ο Ρέμπους πήγε απευθείας στη λεκάνη και ανέβηκε πάνω. Δεν είχε έρθει όμως ακόμη η ώρα να τους κλειδώσουν, πράγμα που σήμαινε ότι οποιοσδήποτε θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα και να τον πιάσει στα πράσα. Έτσι, περίμενε. Μετά από είκοσι λεπτά εμφανίστηκαν δύο σωφρονιστικοί υπάλληλοι συνοδεύοντας δύο ντετέκτιβ, πιθανώς από τη Διεύθυνση Εγκλημάτων κατά Ζωής. Έναν άντρα και μια γυναίκα, κοντά στα τριάντα, αν και ο άντρας φαινόταν λίγο μεγαλύτερος. Ο Ρέμπους δεν αναγνώρισε κανέναν από τους δύο. Αυτό ήταν το σύνθημα για να επιστρέψουν οι κρατούμενοι στα κελιά τους, μέσα σε έναν ορυμαγδό από παράπονα, απειλές και βλαστήμιες, καθώς και ερωτήσεις για το αν θα τους έβγαζαν έξω εγκαίρως για το επόμενο γεύμα. Μόλις κλείδωσαν την πόρτα του κελιού του, ο Ρέμπους ανέβηκε πάλι πάνω στη λεκάνη και τηλεφώνησε. Μια γυναικεία φωνή απάντησε. «Ναι;» Έμεινε σιωπηλός, διερωτώμενος πόσο χρόνο θα της έπαιρνε. Η απάντηση, οκτώ δευτερόλεπτα. Μετά, ένας αναστεναγμός. «Τζον;» «Γεια σου, Σιβόν». Σκέπασε με το χέρι του το στόμα και το τηλέφωνο. «Δεν άκουσα το μήνυμα ότι η κλήση παρακολουθείται». Και πάλι ο Ρέμπους περίμενε. Και πάλι η Σιβόν Κλαρκ αναστέναξε. «Χριστέ μου, Τζον, τι θα γίνει αν σε πιάσουν;» «Περίμενες πάντως ότι θα τηλεφωνήσω, έτσι δεν είναι;» «Με την Κριστίν Έσον πρέπει να μιλήσεις, όχι μ’ εμένα».

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=