IAN RANKIN 30 «Ο Μπόμπι είναι μνησίκακος τύπος. Θέλει να σε δει κρεμασμένο στο τσιγκέλι του χασάπη». «Νόμιζα ότι ήμουν υπό την προστασία του Ντάριλ Κρίστι». «Εδώ μέσα είσαι, εκείνη ήταν άλλη πτέρυγα». «Όλοι μέσα!» φώναξε ο διευθυντής των φυλακών. Μπήκαν όλοι στα κελιά τους. Ο Ρέμπους κάθισε στο κρεβάτι του, τρίβοντας το σαγόνι του και ρίχνοντας κάθε τόσο μια ματιά στο τηλέφωνο που ήταν στερεωμένο στον τοίχο. Το αυτί του έπιανε ένα μουντό πανδαιμόνιο – παράπονα για τον εγκλεισμό, φωνές των δεσμοφυλάκων που ήταν υπηρεσία. Τελικά, γύρω στις τέσσερις, η πόρτα του άνοιξε με ένα τράνταγμα. «Βγες να ξεμουδιάσεις λιγάκι» είπε ο Γκρέιβς. «Υπάρχει ήδη ουρά για τα ντους, πάντως». «Θα τα βγάλω πέρα» είπε ο Ρέμπους. Τα εμπόδια μπροστά από τη σκηνή του εγκλήματος είχαν απομακρυνθεί, αλλά υπήρχε μια αστυνομική ταινία κολλημένη στην κλειστή πόρτα. Οι κρατούμενοι σχημάτιζαν πηγαδάκια, κουβέντιαζαν ή έπαιζαν χαρτιά, προσπαθώντας να μην κοιτάζουν την ταινία στην πόρτα. Δύο απ’ αυτούς πήγαν στο μπιλιάρδο και έπιασαν τις στέκες. Η έξοδος από την αίθουσα αναψυχής απαγορευόταν, αλλά η ελευθερία ήταν σχετική ούτως ή άλλως και ήταν αποφασισμένοι να την απολαύσουν, με τη σοβαρότητα που ένιωθαν ότι απαιτούσε η μέρα. Χωρίς αστεία, χωρίς πειράγματα ή μικροτσαμπουκάδες. «Δεν έχεις ραντεβού στο ιατρείο, σωστά;» τον ρώτησε ο Γκρέιβς. «Έχεις αρκετά φάρμακα;» «Μπόλικα» τον διαβεβαίωσε ο Ρέμπους. «Τυχεράκια. Κι εγώ θα ήθελα κανένα, με έχει σακατέψει η μέση μου». «Αυτό μπορεί να το φροντίσει ο Ντάριλ. Πήγαινε να τον ρωτήσεις». Ο Ρέμπους προσπέρασε τον συνοφρυωμένο Γκρέιβς τεντώνοντας τα πόδια του σαν να ήθελε να ξεμουδιάσει.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=