Το μπλε του μεσονυχτίου

ΤΟ ΜΠΛΕ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΧΤΙΟΥ 15 Έγνεψε πάνω από τον ώμο του Γκρέιβς προς το μέρος όπου καθόταν ο Ντάριλ Κρίστι, σε ένα στρογγυλό τραπέζι κοντά στον μπουφέ. Δύο φύλακες στέκονταν δίπλα του, καθώς εκείνος τελείωνε το πρωινό του με το πάσο του, απολαμβάνοντας την κάθε μπουκιά. Κανένας από τους φύλακες δεν φαινόταν διατεθειμένος να τον διακόψει. «Ντάριλ!» φώναξε ο Γκρέιβς. «Πίσω στο κελί σου, σε παρακαλώ!» Στρέφοντας αργά το κεφάλι, ο Κρίστι κοίταξε τον Γκρέιβς και τον Ρέμπους. «Σύμφωνοι, Γκρινιάρη» φώναξε. Ο Γκρέιβς, ο επαγγελματίας γκρινιάρης, προσπάθησε, όπως πάντοτε, να μη δείξει ότι τον πείραζε το παρατσούκλι. Ο Ρέμπους ένιωσε ότι το χαμόγελο του Κρίστι προς τον Γκρέιβς πήγαινε στην πραγματικότητα σ’ εκείνον. Ο Τζον Ρέμπους είχε ένα κελί όλο δικό του, με ένα στενό κρεβάτι, τουαλέτα και νιπτήρα. Η τουαλέτα δεν είχε πόρτα, αλλά βρισκόταν σε μια εσοχή, επιτρέποντας μια στοιχειώδη ιδιωτικότητα. Υπήρχε ακόμα ένα μικρό γραφείο κι ένα μικρό ντουλάπι, καθώς κι ένα ράφι για τα προσωπικά του αντικείμενα. Εκεί είχε στοιβάξει όλα τα βιβλία που είχε υποσχεθεί στον εαυτό του ότι θα διάβαζε. Μέσα σ’ ένα απ’ αυτά φύλαγε φωτογραφίες της κόρης και της εγγονής του. Δεν ήταν σίγουρος γιατί τις ήθελε κρυμμένες, αλλά έτσι ένιωθε. Στον τοίχο ήταν στερεωμένη μια τηλεόραση με επίπεδη οθόνη και υποδοχή στο πλάι για DVD, ενώ υπήρχε και σταθερό τηλέφωνο, επίσης στερεωμένο στον τοίχο. Τα τηλεφωνήματα έπρεπε να τα ζητήσει εκ των προτέρων και να τα πληρώσει, ενώ φυσικά παρακολουθούνταν όποτε υπήρχε διαθέσιμο προσωπικό. Κάτω από το κρεβάτι βρισκόταν ένα μικρό χρηματοκιβώτιο για τα τιμαλφή, το οποίο ο Ρέμπους δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να κλειδώσει. Αυτό ήταν το σπίτι του τους τελευταίους έξι μήνες. Όταν

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=