OLIVER ONIONS 22 μα, που περιείχε πορσελάνες Ντάρμπι και Μέισον και Σπόουντ, το μεγάλο αναδιπλούμενο τραπέζι Σέρατον, τις μακριές, χαμηλές βιβλιοθήκες (είχε «κοπιάρει» δύο από αυτές), τις καρέκλες, τα κηροπήγια Σέφιλντ, τα καρφωτά διακοσμητικά μπολ για τριαντάφυλλα. Αυτά τα αντικείμενα τα τοποθέτησε μπροστά από τους φρεσκοβαμμένους τοίχους του με το άσπρο χρώμα της κουφοξυλιάς – τοίχους επενδυμένους με ξύλο στις πιο ταιριαστές διαστάσεις, διαμορφωμένους και κατασκευασμένους έτσι ώστε να καταλήγουν στα χαμηλά χτιστά καθίσματα στις εσοχές των παραθύρων, μια έκφανση χαράς κι ανάπαυσης την οποία δεν γνώριζαν πλέον οι οικοδόμοι. Τα ταβάνια ήταν ψηλά κι αχνά ζωγραφισμένα μ’ ένα παλιακό μοτίβο αστεριών· ακόμα και τα περιζώματα που στένευαν σταδιακά στο σιδερένιο του τζάκι ήταν σχεδιασμένα με τόση φινέτσα, σαν κοσμήματα· κι ο Όλερον τριγύριζε στα δωμάτια τρίβοντας τα χέρια του και κάθε τόσο κοντοστεκόταν μόνο και μόνο για ν’ απολαύσει το θέαμα από λευκό δωμάτιο σε λευκό δωμάτιο… «Τι ωραία, τι ωραία!» μονολόγησε. «Πολύ θα ’θελα να ξέρω πώς θα της φανεί της Έλσι Μπένγκαου!» Αγόρασε έναν σύρτη και μια κλειδαριά Γέιλ για την πόρτα του και απομόνωσε το διαμέρισμά του από το υπόλοιπο οίκημα. Τώρα, αν ήθελε να δια-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=