ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 37 αποτελούσε παρά μια αναπόφευκτη φάση στη διαδικασία της ενηλικίωσής μου και έκανε τάχα πως το έπαιρνε ελαφριά. Αλλά κάτω από το ανέμελο, αγοροπαρεΐστικο ύφος του, τα είχε χαμένα, ήτανε τρομαγμένος. Μπορεί να είχε φανταστεί πως το μεγάλωμά μου θα μας έφερνε πιο κοντά τον έναν στον άλλο – αλλά τώρα που αυτός προσπαθούσε να μάθει κάτι για μένα, εγώ έφευγα τρέχοντας από κοντά του. Δεν ήθελα να με γνωρίσει. Δεν ήθελα να με γνωρίσει κανένας. Aπό την άλλη, περνούσα με τον πατέρα μου αυτό που οι πολύ νέοι περνάνε αναπόφευκτα με τους μεγαλύτερούς τους: άρχιζα να τον κρίνω. Κι αυτή ακριβώς η σκληρότητα της κριτικής μου, που μου ράγισε την καρδιά, αποκάλυπτε, παρόλο που δεν θα μπορούσα να το πω τότε, πόσο πολύ τον είχα αγαπήσει και πώς αυτή η αγάπη μαζί με την αθωότητά μου έσβηναν σιγά σιγά. O καημένος ο πατέρας μου τα είχε χαμένα κι ήτανε φοβισμένος. Του ήταν αδύνατον να πιστέψει πως μπορούσε να υπάρχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα μεταξύ μας. Κι αυτό όχι μόνο γιατί στην περίπτωση αυτή δεν θα ήξερε τι να κάνει. Κυρίως ήτανε γιατί στην περίπτωση αυτή θα ’πρεπε να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι είχε κάτι, κάπου, παραλείψει, κάτι ύψιστης σημασίας. Κι από τη στιγμή που κανένας από τους δυο μας δεν είχε την παρα-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=