20 ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗΣ τους δείπνο στο νησί. Ο Λούτσιο στροβίλιζε επί ματαίω μια πιρουνιά στο πιάτο του. Το στομάχι κόμπος, ο λαιμός φιόγκος – δεν κατέβαινε μπουκιά. Ώσπου ξάφνου… «Αν είναι η αγάπη αμαρτία». Κάθεται σ’ ένα τραπέζι λοξά πίσω του. Τρώει παρέα με τη σύζυγο και τα δύο τους παιδιά. Πόση ώρα να ’ναι εκεί; Λες να τον έχει δει; Πίνει μισή γουλιά νερό. Η mamma απορροφημένη στον αποκεφαλισμό των γαρίδων της μικρής. Έρχονται τα αχνιστά μύδια, αναμπουμπούλα στο τραπέζι, ικανός αντιπερισπασμός. Σηκώνεται να πάει τουαλέτα. Διαγράφει μια ελικοειδή διαδρομή προκειμένου να περάσει από μπροστά του. Τον καρφώνει ξεδιάντροπα και χώνεται στις αντρικές τουαλέτες. «Συ μου χάραξες πορεία». Περίμενε ταμπουρωμένος στη μία από τις δύο τουαλέτες με την καρδιά να χτυπά θεότρελη. Ξάφνου ακούει την πόρτα. «Λούτσιο;» Ήταν ο μπαμπάς του. Δικαιολογήθηκε λέγοντας πως κάτι τον είχε πειράξει. Θα ερχόταν σε λίγο. Έκλεισε εικοσάλεπτο πριν τελικά αποφασίσει να βγει. Το τραπέζι του άδειο καθώς… «Νύχτα στάσου». Η αλβανική οικογένεια χανόταν στα σκοτάδια του πάρκινγκ.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=