Θεριστές

Νάξος 19 ενός κέδρου, ο Λούτσιο έπαιρνε την πρώτη πίπα της ζωής του από έναν Αλβανό μπογιατζή. Λίγο πριν από την κορύφωση, άκουσε μια γνώριμη φωνή να τον αναζητά. Έτρεξε βιαστικά προς την παραλία πέφτοντας πάνω στην πομπή του γάμου. Όταν πέρασε και ο τελευταίος του σογιού, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τη mamma του, στην άλλη μεριά της ράμπας. Πίσω από έναν κέδρο εμφανίστηκε ο Αλβανός με τη βερμούδα στο χέρι και το πέος ακόμη σε εγρήγορση. Άρπαξε η mamma τον Λούτσιο από το χέρι και κίνησαν για τις ξαπλώστρες τους χωρίς να πει κουβέντα – τα έλεγε όλα η παλάμη της, γραπωμένη σαν χειροπέδα γύρω απ’ τον καρπό του. Τις λίγες μέρες που απόμεναν, ο Λούτσιο δεν διανοήθηκε να απομακρυνθεί από την οικογένειά του. Αντ’ αυτού, γύρεψε αποκούμπι στη φαντασία του. Έκλεινε τα μάτια και έσμιγε ξανά με τον ανώνυμο μπογιατζή. Οι δεμένες παλάμες του, κατάστικτες με λευκές και μπλε πιτσιλιές, τον κατηύθυναν σε ασύδοτες χαρές. «Θα κλείσω τα μάτια» τραγουδούσε η Μοσχολιού απ’ τα ηχεία της παραλιακής ψαροταβέρνας. Είχανε παραγγείλει γαριδομακαρονάδα για το τελευταίο

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=