Τελευταία ευχή - page 6

12
2
Κ
άθισαν σ’ ένα άνετο τραπέζι με θέα στο ποτάμι. Το ηλιο-
βασίλεμα έβαφε κατακόκκινα τα κτίρια γύρω τους. Ένα
μπατό μους πέρασε αργά από μπροστά τους και ο ακορντεονί-
στας άλλαξε ύφος πιάνοντας έναν πιο χαρούμενο σκοπό.
Ο δύστροπος Βρετανός μαλάκωσε ύστερα από δυο μπουκά-
λια κρασί. Η Σίλβια ένιωσε το βλέμμα του πάνω της και ξεκού-
μπωσε άλλο ένα κουμπί στο λεπτό πουκάμισό της. Πρόσεξε
επίσης ότι η Αγγλίδα έριχνε κλεφτές ματιές στον Μακ – στα
ξανθά μαλλιά του, στο σταρένιο δέρμα του, στις κοριτσίστικες
βλεφαρίδες και στους σμιλεμένους δικέφαλούς του.
«Τι μαγική μέρα που ήταν σήμερα» σχολίασε η Σίλβια κρε-
μώντας το σακίδιό της στην πλάτη της, αφού πλήρωσε τον λο-
γαριασμό ο Μακ. «Πρέπει οπωσδήποτε να έχω ένα ενθύμιο από
αυτή τη βραδιά».
Ο Μακ αναστέναξε θεατρικά κι έπιασε το μέτωπό του. Εκεί-
νη τον πλησίασε και γουργούρισε:
«Νομίζω ότι το κατάστημα του Ντιόρ στη Μοντέν θα είναι
ακόμη ανοιχτό».
«Αυτό θα τσούξει την τσέπη μου» γκρίνιαξε ο Μακ.
Το ζευγάρι των Βρετανών γέλασε δυνατά.
Πήραν ένα ταξί και πήγαν στη λεωφόρο Μοντέν. Ο Μακ και
η Σίλβια δεν αγόρασαν τίποτα, αλλά ο Βρετανός έβγαλε την
πιστωτική του και αγόρασε ένα απαίσιο μεταξωτό μαντίλι για
τη νέα του σύζυγο. Ο Μακ βολεύτηκε με δυο μπουκάλια Moët &
Chandon, που αγόρασε από ένα μαγαζί εκεί κοντά.
1,2,3,4,5 7,8
Powered by FlippingBook