Τα εφτά θαύματα

9 1 Όταν ξυπνάει, συνειδητοποιεί πως κάποιος τον περίμενε να ξυπνήσει. Μόνο που δεν βλέπει κανέναν, παρά νιώθει κάποια παρουσία σαν ένα νέφος όλο και πιο ισχυρών συναισθημάτων. Το νέφος αυτό τον τυλίγει, από πίσω. Και μόνο τώρα καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να κινηθεί. Ξεκινά με την προσπάθεια να στρέψει το κεφάλι, για να δει την παρουσία να παίρνει σάρκα και οστά. Είναι αδύνατον, ο λαιμός του μοιάζει σφηνωμένος σε μέγγενη. Όταν γίνεται σαφές πως όλο του το κορμί είναι ακινητοποιημένο, θα περίμενε κανείς να τον δει να πανικοβάλλεται. Είναι σαν κάποιος να έχει επίγνωση του γεγονότος ότι οι χειρότεροι εφιάλτες του είναι εκείνοι που τον θέλουν να μην μπορεί να κινηθεί. Οι εφιάλτες στους οποίους είναι παγιδευμένος. Μολαταύτα, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Όχι πραγματικά. Ο πανικός δεν καταφέρνει να ριζώσει μέσα του, κι ας είναι ακίνητα όλα: πόδια, βραχίονες, χέρια, κορμός. Δίχως να έχει ιδέα πώς έγινε και ακινητοποιήθηκαν. Το περίεργο είναι ότι δεν πονά ιδιαίτερα. Αισθάνεται, ωστόσο, ότι τα χέρια του, τα δάχτυλά του κυρίως, είναι μουδιασμένα, με ιατρικό τρόπο. Προβλήματα με την αναπνοή δεν έχει. Αλλά δεν είναι ο μόνος που αναπνέει. Γιατί τώρα σαν να νιώθει την ανάσα του δημίου του στον αυχένα του.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=