ΤΑ ΕΦΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ 11 χνη. Αλλά έχει πολύ σκοτάδι εκεί πέρα, δεν διακρίνει και πολλά στην πραγματικότητα. Κι όμως του φαίνεται ανησυχητικά οικείο. Μάλλον της φαντασίας του θα είναι, αλλά σκέφτεται επίσης ότι και οι αναπνοές, οι οποίες είναι τώρα τόσο κοντά ώστε τα χείλη του βασανιστή του ν’ αγγίζουν σχεδόν τις τρίχες του δικού του αυχένα, του φαίνονται οικείες. Η μυρωδιά της ανάσας τού φαίνεται οικεία. Αλλά όταν τη νιώθει να στρίβει γύρω του, τα πάντα μαυρίζουν. Σκέτη μαυρίλα, πίσσα, αντί για ένα πρόσωπο. Ένα ζευγάρι μάτια, τίποτα περισσότερο. Ακριβώς πριν σκοτεινιάσει το οπτικό του πεδίο κι αρχίσουν όλα να φαίνονται μόνο μισοδιάφανα, καταφέρνει να διακρίνει τις εικόνες στους τοίχους. Προς μεγάλη του έκπληξη, τις αναγνωρίζει. Είναι τα εφτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Ξαφνικά καταλαβαίνει τα πάντα. Και ταυτόχρονα τίποτα. Στην αρχή ψεκάζουν κάτι στη μύτη του και ο κόσμος γίνεται διαφορετικός, μυρίζει καμένα μαλλιά, φλεγόμενα, διάβολοι ξεκαρδισμένοι στα γέλια ψαχουλεύουν πάνω στο όλο και πιο κατακαμένο κορμί του. Μετά σπρώχνουν κάτι στο στόμα του, το πιέζουν στα πάνω δόντια του και το αφήνουν εκεί. Τότε είναι που κλείνει εκείνο το ημιδιαφανές πράγμα γύρω από το κεφάλι του, σε απόσταση μιας παλάμης περίπου. Τότε ακούγεται ένας παράξενος ήχος ηχηρού ρουφήγματος. Κι αν όλα μαύριζαν τώρα, θα ήταν ένα ξαλάφρωμα, μια ανακούφιση.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=