Σημειώσεις ενός πορνόγερου

ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΒΣΚΙ 24 ακόμη ξημερώσει, άκουσα το πάτωμα να τρίζει, ήμουν καταδικασμένος. ΕΪ! ΓΙΑ ΠΟΥ ΤΟ ’ΒΑΛΕΣ; Ο μικρόσωμος πιθηκομούρης πήγε να σηκώσει το ένα του πόδι, σήκωσε το σφυρί, και δεν χρειαζόμουν τίποτ’ άλλο – αρκούσε εκείνη η ηλεκτρική λάμψη πάνω στο σφυ­ ρί – είχα τη βαλίτσα στο αριστερό χέρι, τη φορητή μεταλ­ λική γραφομηχανή στο δεξί, εκείνος βρισκόταν στην πιο κατάλληλη θέση, γονατισμένος μπροστά μου, και τον χτύ­ πησα με τρομερή ακρίβεια και κάμποσο θυμό, με την επί­ πεδη, βαριά και σκληρή πλευρά της, βάζοντας μεγάλη δύναμη, τραυματίζοντας το κεφάλι του στο πλάι, το κρανίο του, τον κρόταφό του, την ύπαρξή του. Ήταν σαν να έπεσε αστραπή και κεραυνός, αμέσως με­ τά ακολούθησε σιγή. Βγήκα έξω, ξαφνικά βρισκόμουν στο πεζοδρόμιο, είχα κατέβει όλη εκείνη τη σκάλα χωρίς να το συνειδητοποιήσω. Ήμουν τυχερός, υπήρχε ένα κίτρινο ταξί. ΤΑΞΙ! Μπήκα μέσα. ΣΤΟΝ ΣΤΑΘΜΟ ΓΙΟΥΝΙΟΝ. Ήταν ωραία, ο απαλός ήχος από τα λάστιχα του αυτοκι­ νήτου που κυλούσαν μέσα στην πρωινή αύρα. ΟΧΙ, ΠΕΡΙ­ ΜΕΝΕ, του είπα. ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΣΤΟΝ ΣΤΑΘΜΟ ΤΩΝ ΛΕΩ­ ΦΟΡΕΙΩΝ. ΠΟΙΟ ΕΙΝ’ ΤΟ ΘΕΜΑ ΣΟΥ, ΡΕ ΦΙΛΕ; με ρώτησε ο τα­ ξιτζής. ΜΟΛΙΣ ΣΚΟΤΩΣΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ. ΚΑΘΑΡΙΣΕΣ ΤΟΝ ΓΕΡΟ ΣΟΥ;

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=