24 ΤΑΣΟΣ ΤΕΛΛΟΓΛΟΥ μαλλιοτραβιόνταν οι γυναίκες και θρηνούσανε, που ’ταν όλες τους γειτόνισσες, και στην άκρη απ’ το πεζοδρόμιο ο άντρας με τα άσπρα, ξαπλωμένος άγαρμπα ανάσκελα, το κοστούμι του πνιγμένο μες στο αίμα, το κεφάλι του γερμένο άβολα, λες και είχε σπάσει ο λαιμός, και τα μάτια να κοιτάζουνε σ’ ένα σημείο ακαθόριστο, θα ’λεγες στην πόρτα του αντικρινού σπιτιού... και μία στιγμή που είπε κάποια «η Υβόνη» και αψήλωσε ο θρήνος, μετατράπηκε σε πανικό, τότε αποσπάστηκε η Αντιγόνη απ’ την αγκαλιά της μάνας της και είδε να ’ρχεται αλλοπαρμένη, μια γυναίκα που την έβλεπε στη γειτονιά και που την ήξερε, ήταν μια αρχόντισσα λιγνή και ακατάδεχτη, τώρα έτρεχε με την μεταξωτή της πενιουάρ, σχεδόν αχτένιστη, με το βλέμμα σαν να τους ρωτούσε όλους· και σαν έπεσε στον σκοτωμένο έμεινε εκεί σαν κεραυνόπληχτη, ασάλευτη, μα την τράβηξαν οι άλλες κι ήταν πια τα αίματα σε κόρφους και σε χέρια, έτσι που πιάνανε η μια την άλλη και κολλούσαν το κακό...* Η Υβόνη ήταν η γιαγιά μου Σιμόνη (Σιμόν), γεννημένη στην Ανζέ τη Γαλλίας και ο Βέρογλου ο Τάσος Τέλλογλου,* ο άνδρας της, πρόσφυγας από τη Σμύρνη, που πρόλαβε τη Μικρασιατική Καταστροφή και σπούδασε για να δουλέψει σε όλη του τη μικρή ζωή στην αρχή για τους Βέλγους και στη συνέχεια για το κράτος στην Ηλεκτρική Εταιρεία Θεσσαλονίκης. «Α. Τέλλογλου, διευθυντής Ηλεκτροφωτισμού και Τροχιοδρόμων» έγραφε στην κάρτα του. Κάθε πρωί τον παραλάμβαναν οι συνάδελφοί του και τον συνόδευαν ως το λεωφορείο που έπαιρνε για το κέντρο της πόλης. Εκείνο το πρωί είχαν αργήσει και είχε γίνει
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=