Ο Τόμας Μαν σε διακοπές

Ο ΤΟΜΑΣ ΜΑΝ ΣΕ ΔΙΑΚΟΠΕΣ 13 Ο σκύλος χοροπηδάει επιτόπου κουνώντας την ουρά του. Έχει αναγνωρίσει τον κύριό του με το μουστάκι, που τώρα σκύβει μπροστά, βυθίζει τα κουπιά στο νερό και τραβάει με σταθερές, κομψές κινήσεις· ξέρει καλά να τραβάει κουπί, δεν είναι η πρώτη του φορά, φαίνεται αυτό. Τώρα σφυρίζει δυο νότες, μια πιο χαμηλή, μια πιο ψηλή. Ο σκύλος τρελαίνεται απ’ τη χαρά του, ενώ η γυναίκα γυρνάει προς την όχθη, σφίγγει γύρω από τους ώμους την εσάρπα της πάνω από το κεντητό λινό φόρεμα με τα φουσκωτά μανίκια, χαμογελάει. Να φέρουν τη βάρκα κάτω απ’ τη σκεπή, να τη δέσουν, να βγουν. Ο πατέρας αποκρούει με προσποιητή αυστηρότητα τον ενθουσιασμό του ζώου, που προσπαθεί να πηδήξει πάνω του. Τη μελαχρινή κυρία ο σκύλος τη χαιρετά με άψογη ευγένεια· ξέρει πως τον ανέχεται μάλλον, παρά τον αγαπάει. Όμως αγαπούν και οι δύο τον ίδιο άνθρωπο – αυτό και μόνο τους δένει. Οι γονείς ανηφορίζουν χαλαρά το λιβάδι προς την έπαυλη, τα παράθυρά της λάμπουν στο προχωρημένο σκοτάδι της καλοκαιρινής νύχτας. Το παιδί κρατιέται από τη μητέρα του, ενώ ο πατέρας χαϊδεύει το κεφάλι του σκύλου, που τον ακολουθεί κατά πόδας. Στα βουνά ο άνεμος ετοιμάζεται για το νυχτερινό του ταξίδι, κατεβαίνοντας τις πλαγιές προς την κοιλάδα. Κάτω, στην προβλήτα, ανεβαίνει μια υγρή δροσιά· μυρίζει καλάμι, φιλπέντουλα και πικρή αχιλλέα. Τα νερά του δειλινού, αναταραγμένα από τα παγωμένα ρεύματα των ορεινών ρυακιών, κυλούν γύρω από τους ξύλινους πασσάλους,

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=