Ο τελευταίος φόνος στην άκρη του κόσμου

13 ΠΡΟΛΟΓΟΣ «Ά λλος τρόπος δεν υπάρχει;» ρωτάει η τρομοκρατημένη Νιέμα Μαντριπίλιας φωναχτά σε ένα άδειο δωμάτιο. Το δέρμα της είναι λαδί και έχει μια κηλίδα από μελάνι στη μικρή της μύτη. Τα γκρίζα μαλλιά της φτάνουν μέχρι τους ώμους και τα μάτια της είναι εντυπωσιακά γαλανά, με πράσινα στίγ­ ματα. Μοιάζει να είναι γύρω στα πενήντα, και αυτό συμβαίνει τα τελευταία σαράντα χρόνια. Είναι σκυμμένη πάνω από το γραφείο της, το οποίο φωτίζεται από ένα μοναδικό κερί. Στο τρεμάμενο χέρι της κρατάει ένα μολύβι και από κάτω του βρί­ σκεται μια εξομολόγηση, την οποία προσπαθεί να τελειώσει εδώ και μία ώρα. «Εγώ δεν βλέπω κανέναν άλλο» απαντάω μέσα στις σκέψεις της. «Κάποιος πρέπει να πεθάνει για να πετύχει αυτό το σχέδιο». Κυριευμένη άξαφνα από δύσπνοια, σέρνει απότομα την κα­ ρέκλα της προς τα πίσω και εκτοξεύεται στην άλλη μεριά του δωματίου, παραμερίζοντας απότομα το κουρελιασμένο σεντόνι που εξυπηρετεί ως αυτοσχέδια πόρτα, πριν βγει έξω στο πνι­ γηρό νυχτερινό αεράκι. Έξω επικρατεί πίσσα σκοτάδι και το φεγγάρι είναι περικυ­ κλωμένο από κατάμαυρα σύννεφα. Η βροχή σφυροκοπά το σκοτεινιασμένο χωριό και τα ρουθούνια της Νιέμα ξεχειλίζουν από τα αρώματα της νοτισμένης γης και των κυπαρισσιών.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=