Θάνατε, γαμημένε εφαψία. Είμαι παιδάκι και κάθομαι στο γεμάτο λεωφορείο. Εσύ είσαι ντυμένος παπάς, στέκεσαι όρθιος από πάνω μου και σε έχω καταλάβει, θάνατε. Έχεις μισοβγάλει την πούτσα σου κάτω από το ράσο σου, την έχεις πετάξει έξω, μεταμφιεσμένε τραγόπαπα, και κάθε τόσο που το λεωφορείο τραντάζεται πάνω σε λακκούβες, η βρομόπουτσά σου κοπανάει το παιδικό μου γονατάκι. Κάνω πως δεν το βλέπω. Μα το βλέπω και αηδιάζω. Γαμημένε εφαψία. Λένα Κιτσοπούλου από τα Παιδικά ημερολόγια Πανεπιστήμιο Λειψίας, 1897 Όταν έμαθα ότι πέθανε η γιαγιά μου, έκλαψα και πάλι με τη γυναικεία μου φωνή. Στο άκουσμα της είδησης η φωνή μου τιτίβισε, έσπασε και επανήλθε απανωτές φορές, σαν κοκοράκια νεαρού έφηβου που από παιδί μεταλλάσσεται σε άντρας και η φωνή του βιώνει εκείνο το μεσοδιάστημα ενός αντιπαθητικού σκαμπανεβάσματος, το οποίο τελικά ταιριάζει περισσότερο σε κορίτσι, παρά σε αγόρι. Και μάλιστα κορίτσι που μπεμπεκίζει, κορίτσι που θαρρεί πως μοναδικό του όπλο απέναντι στην ανελέητη φύση που αρχίζει και φουσκώνει τα διάφορα
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=