Ο πόλεμος της φωτιάς

12 λωρίδα στεριάς άλλοτε κάτω απ ’ τα νερά, στα ρη- χά κα άλλοτε πάνω σε νησίδες. Τρεις γενιές ήξεραν το μονοπάτι, αλλά τους χρειαζόταν το φως των αστεριών τουλάχιστον. Λίγο προτού χαράξει είχαν πλησιάσει πια στη σαβάνα. Ένα φέγγος ψυχρό διαπέρασε τα άσπρα σαν κιμωλία σύννεφα. Ο αγέρας στροβιλιζόταν πάνω σε νερά πηχτά σαν κατράμι · τα φύκια φούσκωναν σαν φλύκταινες · τα σαυροειδή γλιστρούσαν ράθυ- μα ανάμεσα στις νυμφαίες και τις λογχόφυλλες σαγιτταρίες. Ένας ερωδιός κοντοστάθηκε σ ’ ένα σταχτόχρωμο δέντρο. Επιτέλους φάνηκε η σαβάνα με τη βλάστησή της που ριγούσε, κάτω από έναν καστανοκόκκινο αχνό, μέχρι τα βάθη του ορίζοντα. Οι άνθρωποι αναθάρρησαν και, διασχίζοντας τις καλαμιές, βρέθηκαν ανάμεσα στα χορτάρια, στη στέρεη γη. Καθώς η πυρετώδης προσπάθεια έπαψε, πολλοί σωριάστηκαν στο χώμα και μείναν ασάλευτοι. Οι γυναίκες άντεχαν περισσότερο απ ’ τους άντρες · όσες είχαν χάσει τα παιδιά τους στο βαλτοτόπι, ούρλιαζαν σαν λύκαινες · όσες κατάφεραν να τα σώ- σουν, τα σήκωναν ψηλά προς τα σύννεφα · όλες τους ένιωθαν το φριχτό συναίσθημα πως η φυλή τους αφανιζόταν κι ότι το αύριο θα ήταν δυσβάσταχτο.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=