Ο μυστικός κήπος

11 βαριά, αλλά η Μαίρη δεν άκουγε τις κραυγές και τους ήχους των πραγμάτων που μεταφέρονταν μέσα και έξω από το σπίτι. Όταν ξύπνησε, έμεινε ξαπλωμένη στο κρεβάτι και κάρφωσε το βλέμμα της στον τοίχο. Το σπίτι ήταν απόλυτα σιωπηλό. Δεν το είχε ξανανιώσει πο- τέ τόσο σιωπηλό. Δεν άκουγε φωνές ούτε βήματα και αναρωτήθηκε μήπως επιτέλους είχαν γίνει όλοι καλά από τη χολέρα και αν είχε περάσει η αρρώστια. Αναρωτήθηκε επίσης ποιος θα τη φρόντιζε τώρα που είχε πεθάνει η άγια της. Θα ερχόταν μάλλον μια νέα άγια και ίσως να ήξερε μερικά καινούρια παρα- μύθια. ΗΜαίρη είχε βαρεθεί τα παλιά. Δεν έκλαψε που πέθανε η άγια της. Δεν ήταν τρυφερό παιδί και δεν είχε νιώσει ποτέ ιδιαίτερη αγάπη για κάποιον. Οι θόρυβοι και η αναστάτωση εξαιτίας της χολέρας την είχαν απλώς τρομάξει και είχε θυμώσει επειδή κανείς δεν έμοιαζε να θυμάται ότι ήταν ζωντανή. Ήταν όλοι τόσο πανικόβλητοι, που δε σκέφτηκαν ένα μικρό κορίτσι που κανείς δε συμπαθούσε. Όταν οι άνθρωποι είχαν τη χολέρα, ήταν λες και δε θυμού- νταν τίποτα άλλο εκτός από τον εαυτό τους. Αλλά αν είχαν γίνει όλοι καλά, σίγουρα κάποιος θα θυμό- ταν να τη νοιαστεί. Όμως δεν ήρθε κανείς και καθώς περίμενε στο κρεβάτι της το σπίτι έμοιαζε να γίνεται όλο και πιο σιωπηλό. Άκουσε ένα θρόισμα στην ψάθα και όταν

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=