Ο μυστικός κήπος

8 είπε, γιατί το να πεις έναν ντόπιο γουρούνι ήταν η χειρότερη προσβολή. Έσφιγγε τα δόντια της και μονολογούσε λέγοντας αυτά ξανά και ξανά, όταν άκουσε τη μητέρα της να βγαίνει στη βεράντα με κάποιον. Ήταν ένας όμορ- φος νεαρός άνδρας και μιλούσαν με παράξενους χαμηλόφωνους τόνους. Η Μαίρη είχε ξαναδεί τον όμορφο νεαρό, που έμοιαζε με αγόρι. Είχε ακούσει ότι ήταν ένας αξιωματικός που είχε μόλις έρθει από την Αγγλία. Το παιδί τον κάρφωνε με το βλέμμα, αλλά περισ- σότερο χάζευε τη μητέρα του. Πάντα το έκανε αυτό όταν είχε μια ευκαιρία να τη δει, γιατί η μεμ σαχίμπ –η Μαίρη πιο συχνά την αποκαλούσε έτσι παρά με κάποιον άλλον τρόπο– ήταν ψηλή, αδύνατη και όμορ- φη και φορούσε τόσο υπέροχα ρούχα. Τα μαλλιά της ήταν σαν μεταξωτές μπούκλες, είχε μια λεπτεπίλεπτη μικρή μύτη, που έμοιαζε να περιφρονεί τα πάντα, και μεγάλα γελαστά μάτια.Όλα τα ρούχα της ήταν λεπτά και αέρινα και η Μαίρη έλεγε ότι ήταν «δαντελένια». Εκείνη την ημέρα ήταν ακόμα πιο δαντελένια, αλλά τα μάτια της δεν ήταν καθόλου γελαστά. Ήταν με- γάλα και φοβισμένα και κοιτούσαν ικετευτικά το πρό- σωπο του όμορφου αξιωματικού. «Είναι τόσο άσχημα τα πράγματα; Αχ, είναι αλή- θεια;» την άκουσε η Μαίρη να λέει. «Φρικτά» είπε με φωνή που έτρεμε ο αξιωματι-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=