Ο Μάριο και ο μάγος

12 κατεβήκαμε για δείπνο στην τραπεζαρία και ο υπεύθυνος σερβιτόρος μας υπέδειξε το τραπέζι μας. Το τραπέζι δεν είχε τίποτα το μεμπτό, ωστόσο εμάς μας μάγεψε η εικόνα της πλαϊνής γυάλινης βεράντας με θέα στη θάλασσα, η οποία ήταν εξίσου γεμάτη με την εσωτερική αίθουσα, αλλά είχε ακόμα μερικές άδειες θέσεις, και στα τραπεζάκια της έφεγγαν λάμπες με κόκκινα αμπαζούρ. Τα παιδιά ενθουσιάστηκαν μ’ αυτή τη γιορτινή εικόνα κι έτσι, χωρίς πολλή σκέψη, δηλώσαμε την επιθυμία μας να γευματίζουμε στη βεράντα – μια δήλωση άγνοιας, όπως αποδείχθηκε, διότι με ελαφρώς αμήχανη ευγένεια μας γνωστοποιήθηκε ότι ο φιλόξενος αυτός χώρος προοριζόταν «για τους πελάτες μας – ai nostri clienti». Τους πελάτες μας; Μα κι εμείς πελάτες ήμασταν. Δεν ήμασταν περαστικοί εκδρομείς ή πελάτες της μιας βραδιάς, θα μέναμε για τρεις ή τέσσερις εβδομάδες. Ωστόσο, αποφύγαμε να επιμείνουμε και να απαιτήσουμε μια εξήγηση για τη διαφορά ανάμεσα σ’ εμάς και στην εκλεκτή πελατεία, στην οποία είχε παραχωρηθεί το προνόμιο να γευματίζει κάτω απ’ το ζεστό κόκκινο φως, και αρκεστήκαμε να πάρουμε το pranzo4 στο κοινότοπα φωτισμένο τραπέζι μας εντός της τραπεζαρίας – με ένα μάλλον μέτριο γεύμα, ένα κλασικό,

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=