Ο κυνηγός

9 1 ΗΤρέι κατεβαίνει από το βουνό κουβαλώντας μια χαλασμένη καρέκλα. Την κουβαλάει στην πλάτη, με τα πόδια να προεξέχουν γύρω από τη μέση της και την κρατάει πάνω από τους ώμους της. Ο ουρανός έχει ένα μπλε τόσο καυτό που μοιάζει να έχει λουστραριστεί, και ο ήλιος καίει τον σβέρκο της Τρέι. Ακόμα και οι σιγανές, τσιριχτές κραυγές των πουλιών, πολύ ψηλά για να μπορεί να τα δει κανείς, πάλλονται από τη ζέστη. Η γυναίκα στην οποία ανήκει η καρέκλα προσφέρθηκε να τη γυρίσει με το αυτοκίνητο, αλλά η Τρέι δεν έχει ούτε τη διάθεση να αφήσει τη γυναίκα να ανακατευτεί στις δουλειές της, ούτε τη διάθεση ή την ικανότητα να πιάσει κουβέντα μαζί της στη διάρκεια της διαδρομής με το αυτοκίνητο στους γεμάτους λακκούβες ορεινούς δρόμους. Ο σκύλος της, ο Μπάντζο, περπατάει ανέμελα σε μεγάλους κύκλους γύρω απ’ το μονοπάτι, μυρίζοντας και σκαλίζοντας ανάμεσα στα πυκνά ρείκια, τα οποία παραείναι κιτρινισμένα και έχουν πολύ έντονη μυρωδιά για Ιούλιο μήνα. Καθώς τα σπρώχνει για να περάσει, βγάζουν ένα ξερό κροτάλισμα. Κάθε λίγα λεπτά επιστρέφει τρέχοντας στην Τρέι για να της δείξει, με μικρά χαρούμενα ξεφυσήματα και γρυλίσματα, τι βρήκε. Ο Μπάντζο είναι ένας κοπρίτης, μαύρος και καφετής, με το κεφάλι και το σώμα ενός μπιγκλ πάνω σε πόδια κάποιου πιο κοντόχοντρου ζώου, και είναι πολύ πιο ομιλητικός από την Τρέι. Πήρε το όνομά του από μια λευκή κηλίδα σε σχήμα μπάντζο στην κοιλιά του. Η Τρέι ήθελε να του βρει ένα καλύτερο όνομα, αλλά δεν της έρχονται εύκολα ευφάνταστες ιδέες, και

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=