29 Ο ΚΥΝΗΓΟΣ «Άντε τότε, πήγαινε να τα προσέχεις εσύ, να πάει και η Σίλα μια βόλτα». Ο Τζόνι γελάει. Δεν προσποιείται· στ’ αλήθεια δεν ντρέπεται, δεν ενοχλείται καν. Αυτό ήταν ένα απ’ τα πράγματα που δεν επέτρεπαν στη Λένα να παρασυρθεί από τον Τζόνι: μπορούσες να τον δεις ξεκάθαρα, να του το πεις κιόλας, και δεν θα τον ένοιαζε ούτε στο ελάχιστο. Αν εσύ δεν έπεφτες με τις μαλακίες του, υπήρχαν ένα σωρό άλλες που θα έπεφταν. «Η Σίλα τα ’χει βαρεθεί αυτά τα λιβάδια. Εμένα είναι που μου έλειψαν τόσα χρόνια. Έλα να με βοηθήσεις να τα απολαύσω». Κουνάει την αυλόπορτα προσκαλώντας τη. «Θα μου πεις πώς τα πέρασες όλο αυτό το διάστημα κι εγώ θα σου πω πώς ήταν το Λονδίνο. Ο γέρος που έμενε από πάνω μου ήταν απ’ τις Φιλιππίνες κι είχε έναν παπαγάλο που έβριζε στη γλώσσα τους. Αυτά δεν τα βρίσκεις στο Αρντνακέλτι. Θα σου μάθω πώς να λες όποιον σε ενοχλεί “ακρίδας γιο”». «Πούλησα τη γη που πατάς στον Κίραν Μαλόνι» λέει η Λένα «αυτό έκανα. Αν σε πετύχει εδώ, θα σε πετάξει έξω. Μπορείς να πεις εκείνον ακρίδας γιο». Παίρνει τη λεκάνη που είχε την μπουγάδα της και μπαίνει μέσα. Παρακολουθεί απ’ το παράθυρο της κουζίνας, μένοντας αρκετά μακριά, καθώς ο Τζόνι απομακρύνεται χαλαρά διασχίζοντας το χωράφι για να βρει κάποιον άλλο να αρχίσει τα χαμόγελα. Η προφορά του δεν έχει αλλάξει, πάντως· αυτό του το αναγνωρίζει. Θα μπορούσε να είχε βάλει στοίχημα πως όταν γύριζε θα μιλούσε σαν τον Γκάι Ρίτσι, αλλά εξακολουθεί να ακούγεται σαν βουνίσιος. Κάτι άλλο που της βασάνιζε το μυαλό βγαίνει στην επιφάνεια, τώρα που ο θυμός της υποχωρεί και αφήνει χώρο σε άλλες σκέψεις. Ο Τζόνι πάντα ήθελε να κάνει θεαματική είσοδο. Όταν εμφανιζόταν έξω απ’ το παράθυρό της, μύριζε ακριβό αφτερσέιβ –πιθανότατα κλεμμένο– φορούσε σιδερωμένο
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=