21 Ο ΚΥΝΗΓΟΣ από λεπτεπίλεπτο στριφτό ξύλο, με διακοσμητικούς δακτυλίους και χάντρες εδώ κι εκεί. Έχει, ωστόσο, περάσει μεγάλο μέρος της ζωής της δίπλα σε πυροστιά ή τζάκια: καπνίλα, λίπη και στρώσεις βερνικιού την έχουν καλύψει με μια σκούρα, κολλώδη μεμβράνη. «Ωραία καρέκλα» λέει ο Καλ. «Πριν κάνουμε οτιδήποτε άλλο πρέπει να την καθαρίσουμε». «Αυτό της είπα κι εγώ. Είπε εντάξει. Την έφτιαξε ο παππούς της». Ο Καλ πλαγιάζει την καρέκλα για να εκτιμήσει τη ζημιά. «Στο τηλέφωνο μου είπε ότι την έριξε κάτω η γάτα της». Η Τρέι βγάζει ένα πφφφ όλο δυσπιστία. «Ναι, ακριβώς» λέει ο Καλ. «Ο γιος της ο Τζέιντεν είναι στο σχολείο μου» του λέει η Τρέι. «Είναι κωλόπαιδο. Χτυπάει μικρά παιδάκια». «Ποιος ξέρει» λέει ο Καλ. «Όλα αυτά χρειάζονται αλλαγή. Τι ξύλο προτείνεις;» Η Τρέι κοιτάζει εξεταστικά το κάθισμα, που με τόσους πισινούς έχει παραμείνει αρκετά καθαρό ώστε να φαίνονται τα νερά και το εσωτερικό τους. «Βελανιδιά. Λευκή». «Ναι, έτσι λέω κι εγώ. Για δες αν έχουμε κανένα κομμάτι αρκετά χοντρό για να το στρίψουμε. Μη σε νοιάζει να ταιριάζει το χρώμα, θα χρειαστεί έτσι κι αλλιώς βερνίκωμα. Τα νερά κοίτα μόνο να είναι όσο πιο κοντά γίνεται». Η Τρέι κάθεται ανακούρκουδα δίπλα στον σωρό με τα περισσεύματα ξύλου και αρχίζει να ψαχουλεύει. Ο Καλ πηγαίνει στην κουζίνα και ανακατεύει λευκό ξίδι με ζεστό νερό σε μια παλιά κανάτα. Ύστερα ξεσκονίζει την καρέκλα με ένα μαλακό πανί, αφήνοντας χώρο στο παιδί για να μιλήσει αν νιώσει την ανάγκη, και την παρακολουθεί. Έχει μεγαλώσει. Δυο χρόνια πριν, όταν πρωτοεμφανίστηκε στην πίσω αυλή του, ήταν ένα καχεκτικό, σιωπηλό παιδί κου
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=