19 Ο ΚΥΝΗΓΟΣ κυνηγιούνται στην αυλή, ή ενοχλούν τα κοράκια, ή ξεθάβουν ό,τι βρουν στον φράχτη. Τα σκυλιά γνωρίζουν τα όρια της έκτασης του Καλ, η οποία είναι σαράντα στρέμματα, υπεραρκετή για να τα κρατήσει απασχολημένα. Δεν πρόκειται να κυνηγήσουν πρόβατα και να τα πυροβολήσει κανείς. «Πήγα και έφερα αυτό» λέει η Τρέι, κατεβάζοντας την καρέκλα από την πλάτη της. «Από τη δικιά σου πάνω στο βουνό». «Μπράβο» λέει ο Καλ. «Να σου βάλω να φας μεσημεριανό;» «Μπα. Έφαγα ήδη». Αφού έχει μεγαλώσει και ο ίδιος μες στη φτώχεια, ο Καλ καταλαβαίνει την ιδιαίτερη σχέση της Τρέι με την προσφορά. «Έχει μπισκότα στο βάζο, αν χρειαστείς συμπλήρωμα» λέει. Η Τρέι κατευθύνεται προς το ντουλάπι. Ο Καλ τοποθετεί το τελευταίο του πουκάμισο σε μια κρεμάστρα και αφήνει το σίδερο στον πάγκο της κουζίνας να κρυώσει. «Σκέφτομαι μήπως το ξεφορτωθώ αυτό» λέει τραβώντας το μούσι του. «Τι γνώμη έχεις;» Η Τρέι μένει ακίνητη με ένα μπισκότο στο χέρι και του ρίχνει ένα βλέμμα λες και της είπε πως σκοπεύει να περπατήσει γυμνός στον δρόμο που θεωρείται κεντρικός στο Αρντνακέλτι. «Μπα» λέει αποφασιστικά. Η έκφραση στο πρόσωπό της κάνει τον Καλ να χαμογελάσει. «Μπα; Γιατί όχι;» «Θα φαινόσουν χαζός». «Να ’σαι καλά, μικρή». Η Τρέι ανασηκώνει τους ώμους. Ο Καλ είναι εξοικειωμένος με όλο το φάσμα ανασηκώματος ώμων της Τρέι. Το συγκεκριμένο σημαίνει ότι, αφού είπε τη γνώμη της, δεν έχει να πει κάτι παραπάνω. Χώνει το υπόλοιπο μπισκότο στο στόμα της και πηγαίνει την καρέκλα στο μικρότερο υπνοδωμάτιο, το οποίο έχει μετατραπεί σε εργαστήριο για τους δυο τους.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=