Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΕΔΕΜ 25 Στο μάθημα των θρησκευτικών είχαν μάθει ότι τον κόσμο τον είχε δημιουργήσει ο Θεός. Η Σοφία προσπάθησε να χορτάσει μ’ αυτή την απάντηση, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως αυτή ήταν στο κάτω κάτω η καλύτερη λύση γι’ αυτό το πρόβλημα. Ύστερα, όμως, άρχισε και πάλι να το σκέφτεται. Εντάξει, μπορούσε να φανταστεί ότι ο Θεός είχε δημιουργήσει το Σύμπαν. Αλλά τον Θεό τον ίδιο, ποιος τον είχε δημιουργήσει; Ή μήπως είχε δημιουργήσει ο ίδιος από το μηδέν τον εαυτό του; Πάλι κάτι διαμαρτυρήθηκε μέσα της. Ο Θεός, βέβαια, μπορούσε να φτιάξει ό,τι ήθελε. Αλλά δεν μπορούσε να φτιάξει τον ίδιο του τον εαυτό. Για να το κάνει αυτό, θα ’πρεπε πρώτα να είναι Θεός και να υπάρχει ήδη. Μετά απ’ αυτό, μια δυνατότητα της έμενε: να δεχτεί πως ο Θεός υπήρχε από πάντα. Αλλά αυτή τη δυνατότητα την είχε απορρίψει από την αρχή. Όλα όσα υπάρχουν, πρέπει να ’χουν μια αρχή. «Που να πάρει η ευχή!» Άνοιξε ξανά τους δύο φακέλους. «Ποια είσαι;» «Πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος;» Τι σπαζοκεφαλιές ήταν αυτές! Κι από πού είχαν έρθει τα δύο γράμματα; Αυτό κι αν ήταν μυστήριο! Ποιος είχε ταράξει την καθημερινότητα της Σοφίας και την είχε ξάφνου φέρει αντιμέτωπη με τα μεγαλύτερα αινίγματα του Σύμπαντος; Για τρίτη φορά, η Σοφία πήγε στο γραμματοκιβώτιο. Αυτή τη φορά, βρήκε τα γράμματα που είχαν έρθει με το κανονικό ταχυδρομείο. Ψάρεψε ένα χοντρό πακέτο με διαφημιστικά έντυπα, εφημερίδες και δύο γράμματα για τη μαμά της. Ήταν και μια κάρτα ανάμεσά τους – με τη
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=