19 Ο μπαμπάς στεκόταν στο παράθυρο και κοιτούσε έξω. Εξακολουθούσε να χιονίζει. Κρατούσε το φλιτζάνι του καφέ μπροστά στο στήθος του. Η κουζίνα μας ήταν τόσο άδεια. – Ίσως να πάρουμε δέντρο φέτος, είπα. – Τι είπες; είπε ο μπαμπάς. – Αν γίνεις πωλητής χριστουγεννιάτικων δέντρων, είπα, θα μπορέσουμε να πάρουμε δέντρο, όχι; – Μα φυσικά, είπε ο μπαμπάς και γύρισε προς το μέρος μου. Αχ, πανέξυπνο πλάσμα μου εσύ, Κόρη του Ληστή!1 Λες να κάνουν έκπτωση στους υπαλλήλους; – Σίγουρα, είπα. – Ή μπορεί και να τους δίνουν ένα δωρεάν, είπε ο μπαμπάς. Κι εγώ έγνεψα, γιατί κι εγώ αυτό ακριβώς πίστευα.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=