Out

O U T 25 ανάσκελα στο πάτωμα. Το βαρύ μεταλλικό καπάκι του δοχείου κυλούσε με θόρυβο προς τον διπλανό ταινιόδρομο ενώ μια λίμνη από ημίρρευστη καφετιά σάλτσα απλωνόταν στο δάπεδο. Το πάτωμα του εργοστασίου μονίμως γλιστρούσε από χυμένα λίπη ή τροφές, αλλά οι παλιές εργάτριες ήταν μαθημένες σ’ αυτές τις συνθήκες και τέτοια ατυχήματα δεν συνέβαιναν σχεδόν ποτέ. «Τι διάβολο έκανες;» της φώναξε ο Nακαγιάμα. Ερχόταν καταπάνω τους κάτασπρος από θυμό. «Πώς χύθηκε όλο αυτό;» «Συγγνώμη» είπε η Γιαϊόι, ενώ μερικοί άντρες με σφουγγαρίστρες κατέφθαναν τρέχοντας. «Γλίστρησα». Δεν έκανε την παραμικρή απόπειρα να σηκωθεί, έμενε εκεί πεσμένη μέσα στη χυμένη σάλτσα σαν να είχε παραλύσει. «Έλα» της είπε η Μασάκο σκύβοντας από πάνω της. «Έχεις γίνει μούσκεμα». Καθώς τη βοηθούσε να σταθεί στα πόδια της, το μάτι της έπιασε μια μεγάλη μελανιά χαμηλά στην κοιλιά της Γιαϊόι όπως ανασηκώθηκε το σακάκι της φόρμας της. Γι’ αυτό ήταν τόσο αφηρημένη σήμερα; Η μελανιά φάνταζε πάνω στο άσπρο δέρμα της σαν το σημάδι του Κάιν. Η Μασάκο πλατάγισε αποδοκιμαστικά τη γλώσσα της και κατέβασε βιαστικά το σακάκι της Γιαϊόι για να μη δει κανείς άλλος το χτύπημα. Εφεδρικές στολές δεν υπήρχαν και έτσι, αφού χρειάστηκαν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να συνέλθει λιγάκι, η Γιαϊόι αναγκαστικά συνέχισε τη δουλειά με την πλάτη και τα μανίκια της βουτηγμένα στη σάλτσα. Το πηχτό υγρό γρήγορα ξεράθηκε κι έγινε μια καφετιά κρούστα που δεν την απορροφούσε το ύφασμα και η μυρωδιά ήταν αποπνικτικά έντονη. Πέντε και μισή τα χαράματα. Δεν είχε υπερωρίες σήμερα κι έτσι οι εργάτριες ανέβηκαν ξανά στον πρώτο όροφο. Αφού άλλαζαν τις φόρμες τους με τα κανονικά τους ρούχα, οι τέσσερις γυναίκες συνήθως αγόραζαν ποτά από το αυτόματο μηχάνημα στην αίθουσα αναψυχής και κάθονταν να τα πιουν κουβεντιάζοντας για κανένα εικοσάλεπτο, προτού ξεκινήσει καθεμιά για το σπίτι τους.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=