MOIRA MACDONALD 20 κό, ανεξιχνίαστης προέλευσης νυχτερινό γδούπο που την έκανε να εύχεται να υπήρχε και κάποιος άλλος στο δωμάτιο, έστω και για εκείνη τη μία στιγμή. Μερικές φορές, η παλιά πολυκατοικία έδινε την εντύπωση πως ήθελε να ανακλαδιστεί κι έβγαζε μυστηριώδεις ήχους, σαν μικρούς ψιθύρους από παλιούς ενοίκους. Ακόμα και στη διάρκεια της μέρας, το διαμέρισμά της είχε πατώματα που έτριζαν ευχάριστα καθώς φαίνονταν να θυμούνται άλλα πατήματα. Όταν ήταν μικρότερη, η Έιπριλ είχε ονειρευτεί να ζήσει σε ένα διαμέρισμα σαν αυτό, ολόδικό της, με ωραία χοντρά τζάμια στα παράθυρα και γεμάτο βιβλία. Τώρα όμως, μερικές φορές αναρωτιόταν αν έτσι έπρεπε να είναι η ενήλικη ζωή: αυτή η ήσυχη διαδοχή ημερών όχι πολύ διαφορετικών μεταξύ τους, αυτή η χαμηλών τόνων ικανοποίηση που ποτέ δεν μετατρεπόταν ακριβώς σε πραγματική ευτυχία. Παλιά, θεωρούσε τα τριάντα τρία ως μια ώριμη, μεγάλη ηλικία, μέχρι την οποία θα είχε κατορθώσει να κατασταλάξει σε μια ευτυχισμένη, πλούσια, γεμάτη ζωή. Και ναι, μπορεί η ζωή της τώρα να μην είχε τίποτα το προβληματικό, με τη διαφορά ότι η Έιπριλ είχε μονίμως την αίσθηση ότι περίμενε κάτι – τον έρωτα, μια δουλειά που δεν θα ήταν απλώς ικανοποιητική, χαρούμενες, θορυβώδεις συναντήσεις με φίλους, κάτι απρόσμενο. Ως σταθερή πελάτισσα του Read the Room (είχε διαλέξει αυτό το διαμέρισμα πριν από αρκετά χρόνια, όχι μόνο για την παλιομοδίτικη γοητεία του αλλά και για τη γειτνίασή του με το βιβλιοπωλείο, μιας και από καιρό έτρεφε τη φαντασίωση να δουλέψει κάποτε σε ένα), η Έιπριλ είχε
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=