Οι τρεις απατεώνες

ARTHUR MACHEN 44 σμένο δρόμο του Λονδίνου, έναν δρόμο με γκρίζα σπίτια και κτίσματα δίχως φεγγίτες, και ξαφνικά, για μια στιγμή, είναι σαν κάποιος να τράβηξε ένα πέπλο και οι αναθυμιάσεις του κάτω κόσμου να άρχισαν να αχνίζουν μέσα από τις πλάκες του δρόμου, το έδαφος να λάμπει κατακόκκινο κάτω από τα πόδια του και τα καζάνια της κόλασης να ακούγονται που κοχλάζουν. Κάποιος τρέχει σαν τρελός τρέμοντας για τη ζωή του ενώ κατά πόδας τον ακολουθεί η ίδια η ενσάρκωση του έξαλλου μίσους κραδαίνοντας ένα μαχαίρι· πραγματικός τρόμος· αλλά όλα αυτά τι έχουν να κάνουν με όσα μου είπες; Σου λέω, Φίλιπς, το θέμα είναι πιο πολύπλοκο απ’ ό,τι φαίνεται· τα βήματά μας αποδώ και πέρα θα τα καταδιώκει το μυστήριο, και τα πιο κοινότοπα συμβάντα θα βρίθουν νοήματος. Μπορεί να αντιστέκεσαι και να κλείνεις τα μάτια σου από πείσμα, αλλά τελικά θα αναγκαστείς να τα ανοίξεις· σημείωσε τα λόγια μου, θα υποκύψεις στο αναπόφευκτο. Η τύχη έχει βάλει στα χέρια μας ένα στοιχείο, όσο αλλόκοτο κι αν είναι αυτό· είναι καθήκον μας να ακολουθήσουμε τα ίχνη του. Όσο για τον ένοχο ή τους ενόχους αυτής της παράξενης υπόθεσης, δεν θα μπορέσουν να μας ξεφύγουν, τα δίχτυα μας θα απλωθούν παντού σε αυτή τη σπουδαία πόλη και ξαφνικά, κάποια στιγμή, στους δρόμους και στις παμπ, θα αντιληφθούμε, με τον

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=