Οι τρεις απατεώνες

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ 43 σαν το 1727, όταν ο σερ Τζόσουα Μπερντ, ένας Τούρκος έμπορος που το έφερε στην πατρίδα του από το Χαλέπι και το έδειξε σε κάποιους ειδήμονες, εξαφανίστηκε έναν μήνα αργότερα μαζί με το νόμισμα, ένας Θεός ξέρει πού. Και να το τώρα, βρίσκεται εδώ!» «Βαλ’ το στην τσέπη σου, Ντάισον» είπε έπειτα από μια παύση. «Αν ήμουν στη θέση σου, δεν θα το έδειχνα σε κανέναν. Ούτε θα μιλούσα για αυτό. Σε είδε κανείς από τους δύο άντρες που κυνηγιούνταν;» «Δεν νομίζω. Πιστεύω ότι ο πρώτος, ο άντρας που πετάχτηκε από το σκοτεινό πέρασμα, δεν είδε τίποτα· είμαι σίγουρος πως δεν με είδε». «Ούτε εσύ τους είδες καλά. Θα μπορούσες να αναγνωρίσεις κάποιον από τους δύο αν τους συναντούσες αύριο στον δρόμο;» «Όχι, δεν νομίζω. Όπως σου είπα, ο δρόμος ήταν αμυδρά φωτισμένος και αυτοί έτρεχαν σαν τρελοί». Οι δυο άντρες έμειναν σιωπηλοί για λίγο, με τον καθένα να υφαίνει τη δική του εκδοχή της ιστορίας· αλλά η λαχτάρα για το θαυμαστό επικράτησε σιγά σιγά επί των πιο νηφάλιων σκέψεων του Ντάισον. «Είναι πιο πολύπλοκο απ’ ό,τι νόμιζα» είπε τελικά. «Αυτό που έζησα είναι όντως κάτι αλλόκοτο· ένας άντρας σουλατσάρει σε έναν ήσυχο, συνηθι-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=