ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ 41 Έψαξε στην τσέπη του γιλέκου του, έβγαλε ένα μικρό και γυαλιστερό αντικείμενο και το ακούμπησε στο τραπέζι. Κάτω από το φως της λάμπας αυτό ακτινοβολούσε με τη λάμψη του σπάνιου παλιού χρυσού· η ανάγλυφη εικόνα και τα γράμματα ξεχώριζαν καθαρά, ήταν ευδιάκριτα σαν να μην είχε περάσει ούτε μήνας από όταν το νόμισμα βγήκε από το νομισματοκοπείο. Οι δυο άντρες έσκυψαν αποπάνω και ο Φίλιπς το σήκωσε και το εξέτασε προσεκτικά. «Imp. Tiberius Cœsar Augustus» διάβασε, και μετά, όταν γύρισε το νόμισμα από την άλλη μεριά, έμεινε έκπληκτος και στράφηκε στον Ντάισον με θριαμβευτικό βλέμμα. «Ξέρεις τι βρήκες;» είπε. «Προφανώς ένα χρυσό νόμισμα της αρχαιότητας» είπε νηφάλια ο Ντάισον. «Ακριβώς, έναν χρυσό Τιβέριο. Ή μάλλον όχι. Βρήκες τον χρυσό Τιβέριο. Κοίτα από πίσω». Ο Ντάισον κοίταξε και είδε πως στο νόμισμα υπήρχε ανάγλυφη η μορφή ενός Φαύνου που στεκόταν ανάμεσα σε καλαμιές και σε τρεχούμενο νερό. Παρότι μικροσκοπικά, τα λεπτεπίλεπτα χαρακτηριστικά του διακρίνονταν καθαρά· ήταν ένα πρόσωπο όμορφο και συνάμα τρομερό, και στο μυαλό του Ντάισον ήρθε μια ιστορία για έναν νεαρό και τον σύντροφό του που μεγάλωνε και ψήλω-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=