Οι τρεις απατεώνες

ARTHUR MACHEN 32 πολλές ψευδαισθήσεις που έτρεφε, είχε ιδιαίτερη αδυναμία σε μία, πως τάχα εργαζόταν σκληρά· με έκφραση απόλυτης εξάντλησης έμπαινε στο αγαπημένο του καταφύγιο, ένα μικρό καπνοπωλείο στην οδό Γκρέιτ Κουίν, και ανακοίνωνε, σε όποιον ενδιαφερόταν να ακούσει, πως από την τελευταία φορά που κοιμήθηκε είχε δει τον ήλιο να ανατέλλει και να δύει δύο διαδοχικές φορές. Ο ιδιοκτήτης του καταστήματος, ένας μεσήλικας απαράμιλλης ευγένειας, τον ανεχόταν εν μέρει λόγω της καλόβολης φύσης του και εν μέρει επειδή ο Ντάισον ήταν τακτικός πελάτης. Του επέτρεπε να κάθεται πάνω σε ένα άδειο βαρέλι και να εκφράζεται σχετικά με λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά ζητήματα μέχρι να κουραστεί ή μέχρι να έρθει η ώρα που το μαγαζί έκλεινε· και ακόμα κι αν δεν προσέλκυε κάποιον νέο πελάτη, λέγεται πως η ευγλωττία του δεν έδιωχνε κανέναν. Ο Ντάισον ήταν εθισμένος σε αλλοπρόσαλλους πειραματισμούς με τον καπνό· δεν κουραζόταν ποτέ να δοκιμάζει νέους συνδυασμούς· ένα απόγευμα, αφότου μπήκε στο μαγαζί και ψέλλισε στο ταμείο το πιο πρόσφατο εξωφρενικό χαρμάνι που είχε σκαρφιστεί, άκουσε έναν νεαρό περίπου στην ηλικία του, ο οποίος είχε μπει ένα λεπτό ύστερα από αυτόν, να ζητάει από τον μαγαζάτορα χαμογελώντας ευγενικά να διπλασιάσει την παραγγελία του κυρίου Ντάισον και να τη χρεώσει στον

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=