Οι Θυελλοφύλακες του Άρανμορ
15 υψώνονταν ο ένας μετά τον άλλον. Λιθόστρωτοι δρόμοι ξεδιπλώνονταν ανάμεσα σε γέρικα κτίρια, που καμπού- ριαζαν δίπλα δίπλα πάνω από την προκυμαία, όπου η άμμος ήταν θαμπή και κοκκινωπή. Το μέρος έμοιαζε παράξενα άδειο· ήταν λες και ολόκληρο το νησί κοιμόταν. Το Άρανμορ. Ήταν ακριβώς όπως το φανταζόταν ο Φιον: μια ξεχα- σμένη μουντζούρα στην άκρη της Γης. Το τέλειο μέρος για να εγκαταλείψει τα εγκόσμια. ΗΤάρα επέστρεψε στην κούρνια της και ο Φιον ένιω- σε να ξεφουσκώνει σαν τεράστιο μπαλόνι. Παρακολού- θησε τις μακρινές μουντζούρες στο νησί να μετατρέπονται σε ανθρώπους, μαγαζιά, σπίτια και αμάξια και υπερβο- λικά πολλές ψαρόβαρκες για να τις μετρήσει κανείς. Προ- σπάθησε να φανταστεί τη μητέρα του εδώ, σ’ αυτό το παράξενο μέρος, να χαζεύει στην προκυμαία, να μπαίνει στο εμπορικό για γάλα ή ψωμί. Ήακόμα και να στέκεται στην ακτή, να κοιτάζει πέρα στη θάλασσα, αγκαλιάζοντας τον εαυτό της. Δεν μπορούσε να το φανταστεί, όσο κι αν προσπαθούσε. Όταν το φέρι κατάφερε τελικά να δέσει μοχθώντας στο λιμάνι, η Τάρα προχώρησε στο νησί χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω της. Ο Φιον έμεινε να ταλαντεύεται στην άκρη της προβλήτας, με την πλάτη ίσια σαν ραβδί. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Το έδαφος δονούταν από κάτω του, ένα ελαφρύ τρέμουλο κάτω από τις σόλες του, σαν τα βήματά του να ήταν πολύ πιο βαριά απ’ ό,τι στην πραγ- ματικότητα. Το αεράκι φυσούσε κόντρα και στριφογύρι-
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=