Οι Θυελλοφύλακες του Άρανμορ

10 Πού και πού οι γριές σταματούσαν και αναμασούσαν ένα μυστικό, σαν να ’ταν πολύ μεγάλο για να το χωνέψουν. Μερικές φορές ο Φιον μπορούσε να νιώσει τα βλέμματά τους να γλιστρούν προς το πρόσωπό του, σαν να περίμεναν να μπει κι αυτός στην κουβέντα. Την περισσότερη ώρα τα κύματα βρυχιόνταν και έπνιγαν τις φωνές τους. Αυτό ήταν το χειρότερο απ’ όλα: οωκεανός ακριβώς από κάτω του.Ήταν ένα θηρίο, και στους πιο τρομακτικούς του εφιάλτες αυτό το θηρίο τον ρουφούσε και τον κατάπινε, και τότε εκείνος ξυπνούσε απότομα, λουσμένος στον ιδρώτα. Ο θαλασσινός αέρας τού έκαιγε τα πνευμόνια του και του έγδερνε ταμάγουλα, καθώς παρακολουθούσε τηστεριά να απομακρύνεται, να μικραίνει σε μια πράσινη μουντζού- ρα στον γκρίζο ορίζοντα κι ύστερα να χάνεται εντελώς. Ήδη του έλειπε η ομίχλη του Δουβλίνου, η κλαγγή από τα έργα οδοποιίας και οι μισοτελειωμένες ράγες του τραμ, που έκοβαν την πόλη σε κομμάτια και εξοστράκιζαν τους τουρίστες από τους πεζόδρομους. Ποτέ δεν είχε αναρω- τηθεί αν του άρεσε ή όχι –αυτή η βαβούρα μιας πόλης διαρκώς σε κίνηση–, ήξερε μόνο ότι ήταν γνώριμη, και για τον Φιον γνώριμο σήμαινε σπίτι. Αυτό εδώ ήταν το άκρως αντίθετο του γνώριμου. ΗΤάρα στεκόταν στην πλώρη του πλοίου ανεβασμένη στα κάγκελα, σαν να ετοιμαζόταν να βουτήξει στον ωκεα­ νό. Τα μαύρα της μαλλιά μαστίγωναν τον αέρα, λυτά και μπερδεμένα, σαν σκοινιά. Γύρισε και τον αναζήτησε ανά- μεσα στο πλήθος των επιβατών. «Έλα δω, Φιόνι! Κοίτα τα κύματα! Είναι τεράστια !»

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=