OI ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ 34 Αλλά και ικανό για ανάληψη πολιτικών πρωτοβουλιών, οι οποίες –κατά τη γνώμη μεγάλου μέρους της κοινωνίας, αλλά και του πλείστου των ειδικών συνταγματολόγων, πολιτειολόγων και άλλων ειδημόνων μελετητών της λειτουργίας του πολιτεύματος– αναλαμβάνονταν εκθέσμως. Κάτι όχι απλώς εξηγήσιμο αλλά στην πραγματικότητα και αναπότρεπτο, δεδομένου τόσο του χαρακτήρα της μετεμφυλιακής μας πολιτικής ζωής όσο και της εξαιρετικής ισχύος με την οποία είχε περιβληθεί ο εστεμμένος ανώτατος άρχων εκείνη την περίοδο (την αποκληθείσα από τον Σπυρίδωνα Πλουμίδη «Belle Époque του Στέμματος»8): Αφού ο κρίσιμος –ουσιαστικός, επί του πεδίου, αλλά και συμβολικός, δηλαδή ενοποιητικός του αποκληθέντος «εθνικού κόσμου»– ρόλος της μοναρχίας κατά την έκρυθμη περίοδο του Εμφυλίου τής είχε επιτρέψει να ελέγχει στη συνέχεια πολύ νευραλγικούς μηχανισμούς του κράτους.9 Με αποτέλεσμα οι ευρείες αυτές παρεμβατικές δυνατότητες να μη μένουν μόνο θεωρητικές δυνατότητες, αλλά να εκδηλώνονται συχνά-πυκνά, όχι πάντα με τον πιο διακριτικό ή πολιτικά «κομψό» τρόπο, οδηγώντας έτσι σε ευθείες αντιπαραθέσεις του ένοικου των Ανακτόρων με πολιτικούς ηγέτες διαθέτοντες τη λαϊκή στήριξη, συχνά μάλιστα και με πολιτικούς του συντηρητικού χώρου. Αν, δε, χαρακτηριστικές υπήρξαν οι αντιπαραθέσεις Στέμματος-Παπάγου, κατά την πρώτη φάση της εμφάνισης του Στρατάρχη στην πολιτική ζωή του τόπου, και Στέμματος-Καραμανλή, κατά τη δεκαετία του 1960, η σύγκρουση η οποία –λόγω του τρόπου και των συνθηκών
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=