Οι Μπούντενμπροκ

| 11 ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ «Πώς πάει… πώς… πάει…» «Εμ, διάβολε, εδώ σε θέλω, πολυαγαπημένη μου δεσποσύνη!» Η κυρία προξένου Μπούντενμπροκ, καθισμένη δίπλα στην πεθερά της στον καναπέ με την όρθια πλάτη, το λευκό λούστρο, τη χρυσή λεοντοκεφαλή και τα ανοιχτοκίτρινα μαξιλάρια, έριξε μια ματιά στον σύζυγό της στην πολυθρόνα δίπλα της κι έσπευσε να βοηθήσει τη μικρή της κόρη, την οποία ο παππούς κρατούσε στα γόνατά του, δίπλα στο παράθυρο. «Τόνι» είπε «πιστεύω πως ο Θεός με…» Και τότε η μικρή Αντόνιε, οκτώ χρονών, ντελικάτη, με ένα φορεματάκι από αέρινη μουσελίνα σανζάν, απέστρεψε ελαφρά το όμορφο ξανθό κεφάλι της από το πρόσωπο του παππού της, κοίταξε τριγύρω με τα γκριζογάλανα μάτια της, αφηρημένη, χωρίς να βλέπει στ ’ αλήθεια, έκανε μια προσπάθεια να συγκεντρωθεί κι επανέλαβε: «Πώς πάει…» Έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε αργά «Πιστεύω πως ο Θεός με… με δημιούργησε μαζί με όλα τα πλάσματα» πρόσθεσε γρήγορα· μια λάμψη ευτυχίας φώτισε το πρόσωπό της τώρα που βρήκε τον ρυθμό, πήρε φόρα κι απήγγειλε μονομιάς όλο το εδάφιο από την Κατήχηση*, σε πρόσφατη έκδοση, του έτους 1835, με την έγκριση της υψηλής και πάνσοφης Εκκλησιαστικής Επιτροπής. Έτσι και πάρεις μπρος, σκέφτηκε, νιώθεις όπως όταν κατρακυλάς τον χειμώνα στο Γερούζαλεμσμπεργκ** μαζί με τ’ αδέλφια σου πάνω στο μικρό χειροκίνητο έλκηθρο: οι σκέψεις απλώς κάνουν φτερά κι είναι αδύνατο να σταματήσεις ακόμα κι αν θέλεις. «Επίσης ρούχα και ποδήματα» συνέχισε «φαγητό και ποτό, σπίτι κι υποστατικό, γυναίκα και παιδί, γη και ζωντανά…» Στο σημείο, όμως, αυτό ο γερο-Γιόχαν Μπούντενμπροκ γέλασε, μ’ αυτό το φωτεινό αλλά * Martin Luther, Der große Katechismus, Α΄ έκδ. 1529. ** Jerusalemsberg ή Οδός του Μαρτυρίου. Μνημείο από τα αρχαιότερα του είδους στη Γερμανία.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=