Οι γερανοί πετούν νότια

ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ ΠΕΤΟΥΝ ΝΟΤΙΑ 25 Ήθελα να σηκωθώ, να χτυπήσω το μπαστούνι μου στο τραπέζι και να ρωτήσω πώς γίνεται να είναι φυσιολογικό τα χέρια μου να μην μπορούν να ανοίξουν μια κονσέρβα ρέγγες, πώς γίνεται να πρέπει να διαλέξω ανάμεσα σε αυτό και στον θάνατο, αλλά οι λέξεις που έψαχνα παρέμειναν μετέωρες, δεν κατάφερα να τις βρω. Ευχήθηκα να σηκωνόταν ο Χανς και να έλεγε πως δεν το δεχόμαστε. Να με έπιανε από το μπράτσο και να τα διόρθωνε όλα, όπως έκανα εγώ τότε που ένα αγόρι στη γειτονιά τού πέταξε κουκουνάρια στη στάση του λεωφορείου. Άρπαξα το αγόρι από την μπλούζα και το έσπρωξα στο χαντάκι. Ο Χανς όμως απλώς μου έδωσε το μπουφάν, σηκώθηκε και πήγαμε σπίτι. Ο Σίξτεν ροχαλίζει κι εγώ του πιάνω ξανά το αυτί. Μπορώ ακόμα να πιάσω σχετικά καλά με τον αντίχειρα και με τα υπόλοιπα δάχτυλα. Η Ίνγκριντ λέει ότι τα δάχτυλά μου μπορούν να σφίξουν πιο δυνατά από των περισσότερων ογδοντάρηδων, εσύ όμως, Φρεντρίκα, σφίγγεις ακόμα πιο δυνατά. Το προσωπικό στο Μπρουνκουλαγκόρντεν με ενημερώνει. Ίσως θα έπρεπε να ντρέπομαι, αλλά χαίρομαι όταν ακούω ότι γαντζώνεσαι τόσο σφιχτά στα ρούχα τους, ώστε οι αρθρώσεις σου ασπρίζουν.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=