ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ ΠΕΤΟΥΝ ΝΟΤΙΑ 17 «Ξέρω» απαντά η Ίνγκριντ πλένοντας τα πιάτα. «Να σου πω όμως, το λέει επειδή σε νοιάζεται. Φοβάται μην ξεχάσεις ανοιχτό το πορτάκι της σόμπας ή μήπως πέσεις όταν κουβαλάς ξύλα ή είσαι έξω με τον Σίξτεν». Ή είναι εγωιστής και παντελώς ηλίθιος, θέλω να της πω, αλλά δαγκώνω τη γλώσσα μου. «Μη δίνεις σημασία σε αυτό για τα ξύλα. Είμαστε εδώ τόσο συχνά, που αν ξεχάσεις κάτι, θα το αντιληφθούμε αμέσως». Πιάνω τη γενειάδα μου και μουρμουρίζω πως τον Χανς δεν τον ενδιαφέρει αυτό, αλλά η Ίνγκριντ μάλλον δεν ακούει. «Το βράδυ θα έρθει η Εύα-Λένα» λέει έπειτα από λίγο. Θυμώνω και νεύω χωρίς να ανοίξω τα μάτια μου, αλλά ξέρω πως σύντομα ο ύπνος θα με πάρει στην καταπραϋντική αγκαλιά του. Η Εύα-Λένα άρχισε να έρχεται όταν η Ίνγκριντ στραβοπάτησε στον πρώτο παγετό και έσπασε το πόδι της. Δεν μπορούσε να έρθει για μερικές εβδομάδες κι έπρεπε να υπομείνω αυτή τη διαβολογυναίκα. Σαν να μη φτάνει αυτό, είναι από το Φρεσέν. Η κοινωνική υπηρεσία με επισκέπτεται τέσσερις φορές τη μέρα. Όταν ο Χανς το πρότεινε περίπου έξι μήνες μετά που έφυγες, μου φάνηκε γελοίο. Τον ειρωνεύτηκα μες στα μούτρα του, στη
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=