ΦΑΝΤΑΣΙΏΝΟΜΑΙ ΌΤΙ ΤΟΝ ΑΠΟΚΛΗΡΏΝΩ, ότι σιγουρεύομαι πως δεν θα πάρει τίποτα. Λέει ότι θέλει να μου πάρει τον Σίξτεν για το καλό και των δυο μας. Ότι οι ηλικιωμένοι όπως εγώ δεν πρέπει να περπατούν στο δάσος και ότι σκυλιά σαν τον Σίξτεν χρειάζονται μεγαλύτερες βόλτες απ’ το να πηγαίνουν πάνω κάτω τον επαρχιακό δρόμο. Κοιτάζω τον Σίξτεν, που είναι ξαπλωμένος δίπλα μου στον καναπέ της κουζίνας. Ανοίγει το στόμα του, χασμουριέται βαθιά και ακουμπάει το κεφάλι του στην κοιλιά μου. Χώνω τα πρησμένα μου δάχτυλα στη γούνα του και κουνάω με αγανάκτηση το κεφάλι μου. Αυτός ο βλαμμένος δεν ξέρει τι του γίνεται. Δεν θα του κάνω το χατίρι. Η Ίνγκριντ ξεφυσάει από το τραπέζι της κουζίνας. «Μπου, δεν μπορώ να υποσχεθώ τίποτα. Θα κάνω όμως ό,τι μπορώ, επειδή αυτό είναι λάθος» λέει, και συνεχίζει να γράφει στο ημερολόγιο του προσωπικού της Βοήθειας στο σπίτι.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=