Οι επτά θάνατοι της Έβελιν Χαρντκάστλ

O I Ε Π Τ Α Θ Α Ν Α Τ Ο Ι Τ Η Σ Ε Β Ε Λ Ι Ν Χ Α Ρ Ν Τ Κ Α Σ Τ Λ 25 Τον κοιτάζω ανήμπορος, δεν αντέχω την προσποιητή του ευγένεια. «Ο δολοφόνος της μου έδωσε αυτό» λέω ενθυμούμε­ νος ξαφνικά την πυξίδα και τη βγάζω από την τσέπη μου. Είναι λασπωμένη και αναγκάζομαι να την καθαρίσω με το μανίκι μου. «Υπάρχουν γράμματα στο πίσω μέρος» λέω και τα δεί­ χνω. Το δάχτυλό μου τρέμει. Κοιτάζει επισταμένως την πυξίδα. Την περιεργάζεται μεθο­ δικά. «ΣΜΠ» λέει αργά σηκώνοντας το κεφάλι του και κοιτάζο­ ντάς με. «Ναι!» «Σεμπάστιαν Μπελ». Κάνει παύση ζυγίζοντας τη σύγχυσή μου. «Αυτό είναι το όνομά σας, Σεμπάστιαν. Αυτά είναι τα αρχικά σας. Αυτή η πυξίδα είναι δική σας ». Ανοιγοκλείνω το στόμα μου χωρίς να βγάλω άχνα. «Πρέπει να μου είχε πέσει» λέω τελικά. «Μάλλον τη βρήκε ο δολοφόνος». «Μάλλον» συγκατανεύει. Η συγκαταβατικότητά του με αποκαρδιώνει. Νομίζει ότι είμαι ημίτρελος, ένας ανόητος μέθυσος που πέρασε τη νύχτα στο δάσος και επέστρεψε παραληρώντας. Εντούτοις, αντί να είναι θυμωμένος μαζί μου, νιώθει οίκτο για μένα. Αυτό είναι το χειρότερο. Ο θυμός είναι στέρεος, έχει εκτόπισμα. Μπορείς να ορθώσεις τις γροθιές σου εναντίον του. Αντίθετα, ο οίκτος είναι μια ομίχλη μέσα στην οποία μπορείς να χαθείς. Καταρρέω στην πολυθρόνα κρατώντας το κεφάλι μου. Ένας δολοφόνος κυκλοφορεί ελεύθερος και δεν έχω κανέναν τρόπο να πείσω τον συνομιλητή μου για τον κίνδυνο. Ένας δολοφόνος που σου έδειξε τον δρόμο της επιστροφής; «Ξέρω τι είδα» λέω. Δεν ξέρεις καν ποιος είσαι.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=