7 ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΠΕΡΙΠΟΥ ΔΩΔΕΚΑΜΙΣΗ ΧΡΟΝΙΑ «Οφηλία! Αυτή η αναθεματισμένη γάτα των απέναντι γέννησε πάλι!» μούγκρισε ο σερ Βίλμινγκτον και χτύπησε με το μπαστούνι του την οροφή του κελαριού. Δεν έλαβε απάντηση όμως, ούτε από τη νύφη του την Οφηλία, ούτε από τον γιο του τον Χένρι. Μόνο ο σκύλος ήρθε καλπάζοντας προς το μέρος του και ακούμπησε ένα παμπάλαιο λούτρινο αρκουδάκι με μασημένα αυτιά ακριβώς μπροστά στο φέρετρο όπου μόλις είχε βολευτεί ο σερ Βίλμινγκτον. «Αντάρα, δεν έχω όρεξη για παιχνίδια» μούγκρισε πάλι. Προφανώς ήταν ο μόνος στην οικογένεια που ενοχλούνταν από τα σκουξίματα των γατιών, που τον εμπόδιζαν να απολαύσει την ταινία του. «Όλα μόνος μου πρέπει να τα κάνω εδώ μέσα» γκρίνιαξε και βίδωσε το κεφάλι του πάνω στον λαιμό του. «Άκου να σου πω, γάτα, σου δίνω δύο επιλογές. Είτε εξαφανίζεσαι επιτόπου είτε γίνεσαι έκθεμα του Θηριολογίου μου». Ανέβηκε πετώντας τη σκάλα του κελαριού και πέρασε μέσα από την κλειστή πόρτα. «Λοιπόν, τι αποφάσι…» Έκοψε την πρότασή του στη μέση. «Πού να με πάρει ο διάβολος, αυτό εδώ δεν είναι γάτα, είναι… ΟΦΗΛΙΑ!»
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=