13 «Μα είσαι εντελώς ανίκανος, που να πάρει ο διάβολος; Το σκουμπρί έχει εδώ και ώρα που καταστράφηκε, είναι εντελώς στεγνό, γαμώτο!» Ένας πάταγος από την κουζίνα έκανε τους πελάτες στην τραπεζαρία να τιναχτούν. «Λες και είναι επεισόδιο από το πρόγραμμα Hell’s Kitchen» ψιθύρισε η Ερίκα σκύβοντας μπροστά πάνω από το τραπέζι προς τον σύζυγό της τον Πάτρικ. «Τους φωνάζει χειρότερα και από τον Γκόρντον Ράμσεϊ». «Άρτος και θεάματα» έκανε μ’ ένα σαρδόνιο χαμόγελο ο Πάτρικ και τέντωσε τον λαιμό για να βλέπει καλύτερα μέσα στην κουζίνα. «Βραδιά εγκαινίων είναι, διόλου παράξενο με μερικά προβληματάκια στην αρχή» είπε η Ερίκα. «Αλλά αν είναι και τα υπόλοιπα πιάτα εξίσου καλά, ας πετά όσες κατσαρόλες θέλει ο Γκάμπριελ, όσον αφορά εμένα τουλάχιστον». Πήρε άλλη μια μπουκιά από το πιάτο που είχε έρθει πρώτο, ένα τέλεια μαγειρεμένο χτένι με φρέσκα λαχανικά και κάποιος αφρός σάλτσας αστακού που έμοιαζε να αιωρείται σαν σύννεφο πάνω από το πιάτο. «Ελπίζω μόνο να μας φέρουν σύντομα κάτι παραπάνω» μουρμούρισε ο Πάτρικ. «Αυτό εδώ μια μπουκιά ήταν μόνο. Κι αν συνεχιστεί έτσι, θα παραγγείλω πίτσα στον δρόμο για το σπίτι». Η Ερίκα γύρισε τα μάτια από αγανάκτηση. «Θεέ μου, δεν μπορεί να σε πάει κανένας πουθενά εσένα!» Μετά έγειρε πάλι μπροστά και του χάιδεψε τον μηρό, για να σηκώσει μετά το ποτήρι με το λευκό κρασί. «Στην υγειά μιας βραδιάς ενηλίκων μόνο. Χωρίς παιδιά. Κι είναι η πρώτη από τότε που γεννήθηκε η Νούρα. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι είναι ήδη έξι εβδομάδων».
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=