Μια πτήση μαγική

Μ Ι Α Π Τ Η Σ Η Μ Α Γ Ι Κ Η 15 «Αύριο ίσως». Η νύχτα κυλούσε, το φεγγάρι είχε εξαφανιστεί, μέχρι κι οι κουκουβάγιες κόντευαν να πέσουν για ύπνο και εγώ εξακολουθούσα να κοιτάζω τον παπαγάλο. «Γιατί μιλάς;» «Κι εσύ, γιατί μιλάς;» «Μετασχηματίζω τις σκέψεις μου μεγαλοφώνως». «Καλά, αυτό ισχύει και για τους ομιλούντες παπαγά­ λους». Η νύχτα ήταν ρευστή και οι απαλές γυναίκες περιέφεραν με φυσικότητα το γυμνό τους κορμί, με τον ίδιο τρόπο που εγώ περιέφερα τη μύτη μου. Το φεγγάρι αργόσβηνε, αγκαλιασμένο από έναν άνεμο θερμό που φυσούσε πάνω σου την άμμο. Το ένα μου σαν­ δάλι ήταν λυμένο, το κράνος σκονισμένο, γυαλίζοντάς το φάνηκαν οι δύο αετίσιες φτερούγες που ήταν ζωγραφισμέ­ νες πάνω στο μέταλλο, λευκές και γαλάζιες. «Ποιος ζωγράφισε εκείνες τις φτερούγες, ιπτάμενε άν­ θρωπε;» με ρώτησε ο Μοντίο. «Ο γιος μου τις ζωγράφισε». «Πόσων χρονών είναι το παιδί;» «Μονάχα τριών». «Πώς το λένε;» «Νικόλα, είναι ο μεγαλύτερος και γεννήθηκε κάτω από ένα ουράνιο τόξο, μια νύχτα του καλοκαιριού». «Έχεις άλλα παιδιά;» «Δύο, και μόλις νεογέννητα». «Έχεις πατέρα; Έχεις μητέρα;»

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=