Μια πτήση μαγική

G I O V A N N A G I O R D A N O 16 «Ο πατέρας μου έχει πεθάνει. Έχει μείνει η μητέρα μου». «Θα υποφέρεις από νοσταλγία για τη χώρα σου». «Εγώ μάχομαι τη νοσταλγία και πετώ πάντοτε μπροστά». «Καλά, μην επιτρέψεις σ’ αυτή την απέραντη γη να σου επιτεθεί. Θα δεις, σύντομα η Αφρική θα σου ρουφήξει την ψυχή κι εδώ πρέπει ν’ ανοίξεις τ’ αυτιά και τα μάτια». Τα βλέφαρά μου όμως έγερναν, ήμουν πολύ κουρασμέ­ νος και ήθελα μονάχα να κοιμηθώ. Ανάμεσα στους ευκα­ λύπτους υπήρχαν δύο καλύβες: η μια ξύλινη, σε στιλ στρα­ τιωτικό, η άλλη από λάσπη και άχυρο∙ η πρώτη ήταν ένα μικρό σπίτι, η δεύτερη ένα τούκουλ. «Ποια προτιμάς;» με ρώτησε ο Μοντίο. «Την ξύλινη καλύβα». Είχα μόλις αρπάξει τη λαβή, ήμουν έτοιμος να τη γυρί­ σω όταν, αστραπιαία, η εικόνα της καλύβας μαζί με τη σκεπή, τους τοίχους και τη λαβή διαλύθηκε. Και, πάνω στα αχνιστά θρύψαλα, μια στρατιά από τερμίτες σε φυγή, με τις κοφτερές δαγκάνες τους και τα γοργά ποδάρια τους∙ ύστερα τα πλάσματα φώλιασαν μες στους χωμάτινους κα­ θεδρικούς, που ’ταν ψηλοί σαν κίονες, για να χωνέψουν το σπίτι μου. «Πρέπει να βιαστούμε, προτού αφανιστούν τα πάντα» είπε ο Παπαμόντο. Μα εγώ ήμουν κουρασμένος. Τι σόι χώρα ήταν κείνη όπου τα ζώα εμποδίζουν τον άνθρωπο να κοιμηθεί; Οι μύγες έκαναν πιο πολύ θόρυβο κι απ’ τους ελέφαντες και τα λιοντάρια γρατζουνούσαν τον αέρα.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=