16 Ανεβαίνω σ’ ένα σκαμνί και σπρώχνω το καπάκι… Αυτό κατρακυλά στο έδαφος κι εγώ πετιέμαι πίσω. Δεν καταλαβαίνω γιατί εγώ κι ο Επιμηθέας δεν το έχουμε ανοίξει τόσο καιρό. Στο κάτω κάτω, ο Δίας δε μας διέταξε ποτέ να μην το ανοίξουμε — απλώς μας το έδωσε σφραγισμένο απλώς μας το έδωσε σφραγισμένο και μας είπε να το βάλουμε στο δωμάτιο. Κάθε φορά που το κοιτάζω αναρωτιέμαι τι να έχει μέσα. Έπειτα αναρωτιέμαι ακόμα κι όταν δεν το κοιτάζω. Το σκέφτομαι όταν τρώω πρωινό με τον Επιμηθέα. Το σκέφτομαι όταν γνέθω νήματα και τα βάφω μοβ. Το σκέφτομαι ακόμα και όταν μένω ξύπνια τις νύχτες. Ώσπου μια μέρα δεν αντέχω άλλο. Ανεβαίνω σ’ ένα σκαμνί και σπρώχνω το καπάκι. Είναι βαρύ, αλλά δεν είναι σφραγισμένο. Αρχίζει να κουνιέται. Το ξανασπρώχνω. Το καπάκι κατρακυλά στο έδαφος κι εγώ πετιέμαι πίσω. Ακούγεται μια δυνατή βροντή και σύννεφα στάχτης πετάγονται έξω απ’ το πιθάρι, κάνοντας κύκλους στο ταβάνι και ορμώντας κατευθείαν προς την πόρτα. Κάθε σύννεφο τσιρίζει το όνομά του καθώς περνάει την πόρτα: «Πόλεμος!», «Πείνα!», «Αρρώστια!», «Κακουχίες!». Το ξέρω ότι όλα αυτά είναι άσχημα πράγματα. Φρικτά πράγματα, τα οποία οι άνθρωποι δεν είχαν αντιμετωπίσει ποτέ ως τότε. Και τώρα κυκλοφορούν ελεύθερα. Εξαιτίας μου. Χτυπάω τις πέτρες στο δάπεδο με τα χέρια μου. Συνειδητοποιώ ότι κλαίω. Σηκώνομαι όρθια και προσπαθώ να σπρώξω τα σύννεφα που στροβιλίζονται πίσω στο πιθάρι, ουρλιάζοντας καθώς γλιστρούν μέσα απ’ τα χέρια μου. Πρέπει να κάνω κάτι. Προσπαθώ να βρω το καπάκι μέσα στο σκοτάδι που έχει πλημμυρίσει το δωμάτιο. Όταν τελικά το βρίσκω και το σηκώνω, το βάζω με δύναμη πάνω στο πιθάρι. Καθώς το δωμάτιο καθαρίζει, συνειδητοποιώ ότι είναι πολύ αργά. Τα άσχημα πράγματα έχουν ήδη δραπετεύσει. Το μυαλό μου ταξιδεύει πίσω στην πρώτη μου μέρα στον Όλυμπο, τότε που ο Δίας είχε πει ότι είχε σχέδια για μένα. Μετά θυμάμαι τη μέρα του γάμου μου και αυτά που μου είχε πει ο Επιμηθέας για τον αδερφό του. Ώστε αυτό ήταν το σχέδιο του Δία: να με χρησιμοποιήσει για να εξαπολύσει όλη αυτή την κακία στον κόσμο, να κάνει τους ανθρώπους να πολεμούν και να αρρωσταίνουν και να γερνάνε… μόνο και μόνο για να τιμωρήσει τους θνητούς για την κλοπή της φωτιάς από τον Προμηθέα. Στέκομαι όρθια. Νομίζω ότι ακούω κάτι, ένα χαμηλόφωνο βουητό που εξακολουθεί να βγαίνει απ’ το πιθάρι. Ξανανεβαίνω στο σκαμνί μου, μισανοίγω το καπάκι και τη βλέπω εκεί, να λάμπει κάτω απ’ το καπάκι. Την πιάνω στη χούφτα μου και τη σηκώνω αργά αργά. Συνειδητοποιώ ότι ξέρω το όνομά της – ελπίδα.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=