HAL EBBOTT 20 τουρσί στο μπαρ. Δεν είχε σημασία. Η Κυριακή θα ήταν μια αξιομνημόνευτη μέρα, κι όλα αυτά που θα είχαν να θυμούνται, εκείνη την Κυριακή θα γίνονταν. Καραμούζες, καπέλα, ένα κερί μπηγμένο στην κορυφή ενός μελάτου αυγού. Η Άννα χασμουρήθηκε στο πίσω κάθισμα. Η Κλερ τέντωσε τα χέρια της μπροστά και χτύπησε ρυθμικά το ταμπλό. Η σιωπή των οικογενειών δεν είναι ποτέ στ’ αλήθεια απόλυτη. Οι ρίζες μιλούν, η ανάσα. Ο καθένας θα έχει να θυμάται με τον δικό του τρόπο αυτή τη διαδρομή. Θα θαυμάσουν πόσο κοινότοπη ήταν, θα ψάξουν για σημάδια. Ήδη παρέπαιαν; Ήταν ήδη όλα μάταια; Θα αναρωτηθούν. Δεν θα έχουν ιδέα. Η Κλερ στράφηκε προς το μέρος του. «Σ’ ευχαριστώ που τα έχεις όλα υπό έλεγχο». Ο Έιμος άγγιξε το πόδι της κι εκείνη μετακινήθηκε ελαφρά για να σφηνώσει το χέρι του ανάμεσα στα γόνατά της. Το αμάξι επιτάχυνε. Ο Έιμος ένιωσε να επιταχύνει μαζί – μ’ αυτή την ήσυχη, ανιαρή ζωή.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=