13 1 Είχαν φύγει στην ώρα τους και δεν είχαν χάσει χρόνο. Ο ουρανός απλωνόταν από πάνω τους αψεγάδιαστος. Οι δρόμοι ήταν άδειοι, το φως ένα ψυχρό γαλάζιο. Ο Έιμος δεν οδηγούσε συχνά, αλλά του άρεσε ο τρόπος που το αμάξι τούς περιέκλειε μέσα σε καλαίσθητες καμπύλες, που επιτάχυνε όταν το πόδι πίεζε το γκάζι. Η φύση χανόταν βιαστικά – δέντρα, δέντρα, μια παρεμβολή από βράχους. Είδε έναν στάβλο να πλησιάζει και να περνάει μεμιάς μπροστά από τα μάτια του. Ξεθωριασμένες σανίδες, στοίβες από ξύλα στη βεράντα. Ήταν αρχές Οκτωβρίου. Το καλοκαίρι είχε απολέσει τη μάχη, το αδυσώπητο ψύχος του χειμώνα ακόμη αργούσε να έρθει. Τα πράγματα έμοιαζαν διαχειρίσιμα, πιθανά. Ήθελαν πολύ ακόμα για τον χειμώνα. Η Κλερ αναστέναξε και έκλεισε το βιβλίο της. Ο Έιμος γύρισε και άγγιξε το γόνατό της. Του χαμογέλασε χωρίς να πει λέξη και έγειρε το κεφάλι της στο παράθυρο. Η Άννα τους κοίταξε από το πίσω κάθισμα. «Αν βρέξει» είπε «μπορούμε να δούμε ταινία;» Ήξερε ότι ο πατέρας της προσπαθούσε να βρει κάτι να πει.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=