Μεταξύ φίλων

11 Στο βάθος, τ’ αγόρια εφορμούν στο μεθοδικά φρεσκοκομμένο γρασίδι. Η μπάλα μαρτυρά την πορεία τους· ο ιδρώτας απλώνεται σαν βρύο στις μπλούζες τους. Κάποια στιγμή θα σταματήσουν και θα ανηφορίσουν εξουθενωμένοι τον λόφο με λαμπερά χαμόγελα. Αλληλοσπρώχνονται. Η παρέα τον υποδέχεται, μια πράξη αγάπης. Ο Έιμος παρατηρεί ότι το αγόρι που σπρώχνουν είναι εκείνο με τα καστανά μάτια, τα οποία αντιλαμβάνονται την πανεπιστημιούπολη σαν κάτι που τους ανήκει, εκείνο με τον χαλαρό διασκελισμό. Δεν έχει πει κουβέντα, αλλά η σιωπή του δεν τον υποσκελίζει. Η παρουσία του μοιάζει τόσο αυτονόητη στους υπόλοιπους που δεν χρήζει αναφοράς. Καθώς έτρωγαν, σκυμμένοι σαν στρατιώτες πάνω από τους δίσκους, κάποιος είχε πετάξει ένα μήλο. Φορντ, φώναξαν. Το αγόρι το γράπωσε στον αέρα, πήρε μια βίαιη μπουκιά και το άφησε κάτω μεμιάς. Οι άλλοι γέλασαν. Το κρέας γυάλιζε σαν κόκαλο. Το αγόρι είχε κινηθεί στο γήπεδο με τη νωθρή χάρη μιας ιδιοφυΐας, αβίαστα και ανεπιτήδευτα. Ο Έιμος είχε χαρεί που ήταν καλύτερος. Καθώς όμως τώρα περπατά από πίσω του, νιώθει ντροπή για την υπερπροσπάθειά του. Οι ώρες του καλοκαιριού που αναλώθηκαν στον ιδρώτα γίνονται απαραίτητες και αποκρουστικές. Το πανεπιστήμιο λούζεται γύρω τους στην ακινησία του

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=